Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Αποδράσεις_Αράχωβα

Αράχωβα

Αν δεν έχεις αντικρίσει τον ήλιο να αναδύεται από τα βάθη του Αιγαίου Πελάγους από την υψηλότερη κορυφή του Παρνασσού τη Λιάκουρα και δεν έχεις νιώσει τις μορφές των ηρώων να σε κοιτούν απ' το κανόνι και τις πολεμίστρες του ΑΗ ΓΙΩΡΓΗ, τότε οι λέξεις δεν θα μπορέσουν να περιγράψουν το μεγαλείο αυτού του τόπου.

Οι ρίζες της Αράχωβας φτάνουν δια μέσου των αιώνων στις δύο προομηρικές πόλεις, την Κυπάρισσο ανατολικά στη θέση Μπάνια, και την Ανεμώρεια δυτικά στη θέση Τρουβουλού εκεί που βρίσκεται το νεκροταφείο της Αράχωβας σήμερα. Οι κάτοικοι ήταν Αιολικής φυλής ανακατεμένοι με Δωριείς, όπως όλοι της Φωκίδας. Μιλούσανε την βορειοδυτική δωρική γλώσσα. Λάβανε μέρος στον Τρωϊκό πόλεμο με αρχηγό τον Επίστροφο και το Σχεδία και αργότερα πολέμησαν κατά των Θεσσαλών.

Ανατολικά της Αράχωβας, στη θέση "Πάνια" , τοποθετείται κατά μια άποψη η αρχαιότατη πόλη Κυπάρισσος. Από το χάρτη της Ελλάδος του Άνθιμου Γαζή με τα αρχαία και νέα ονόματα πόλεων , που εκδόθηκε στα 1810, η Κυπάρρισσος τοποθετείται μεταξύ Αράχωβας Δελφών.

Αν κάνουμε μία ιστορική πλοόγηση η Κυπάρισσος αναφέρεται από τον Όμηρο , από τον αρχαίο ιστορικό Παυσανία (2ος μ.Χ αι.) και το Στράβωνα (67 π.Χ.-23 μ.Χ) κατ' αυτόν η Κυπάρισσος “κώμη υπό τη Λυκώρεια” , πήρε το όνομά της ή από το ομώνυμο δέντρο το οποίο υπήρχε σε αφθονία στον τόπο ή κατά μία άλλη επίσης διαδεδομένη ετοιμολογία από τον Κυπάρισσο, τον αδελφό του Ορχομενού και γιο του βασιλιά Μινύα.

Τέλος από τον Ευστάθιο το αρχαίο όνομα της πόλης ήταν Έραννα, αργότερα ονομάστηκε Απολλωνιά και έπειτα επικράτησε το νέο πια Κυπάρισσος. Η τόσο συχνή μετονομασία των πόλεων δικαιολογείται διότι ήταν πολύ συνηθισμένη στην αρχαιότητα.

Όταν το 1911 μετέφεραν το νερό της Πάνιας στην Αράχωβα, στο κατασκευαζόμενο υδραγωγείο βρέθηκαν ίχνη αρχαίου υδραγωγείου δηλαδή πήλινοι σωλήνες και κεραμικές δεξαμενές. Βρέθηκαν επίσης πιθάρια, λάγυνοι και τάφοι. Στα 1990 αποτοιχίστηκε από το εκκλησάκι της Παναγιωτούς (στην περιοχή "Πάνια") αρχαία επιτύμβια στήλη που βρίσκεται στο μουσείο των Δελφών.

Κατά μια άλλη άποψη (πηγή το βιβλίο του Στάθη Ασημάκη Αράχωβα Τοπωνυμιογλωσσικά ) η αρχαία πόλη που ήταν χτισμένη στην τοποθεσία "Πάνια" δεν ονομαζόταν Κυπάρισσος αλλά Υάμπολις. Σύμφωνα με την ίδια άποψη η Κυπάρισσος ήταν αρχαία παραθαλάσσια πόλη που τοποθετείται στην περιοχή της σημερινής Αντίκυρας και επομένως η ταύτισή της με την Υάμπολη οφείλεται σε παρερμηνεία των σχολιαστών. Την άποψη αυτή ενισχύει και το γεγονός ότι δίπλα στη σημερινή θέση Πάνια βρίσκεται η τοποθεσία Ούμπουλη, που ίσως είναι παραφθορά της αρχαίας ονομασίας Υάμπολις. Γύρω απ’ την πηγή Χτιριαρού, στη δυτική πλευρά της Αράχωβας, τοποθετείται η αρχαία πόλη Ανεμώρεια ή Ανεμώλεια.

Η Κυπάρισσος όπως και πολλές άλλες πόλεις του Παρνασσού, θεωρείται αποικία των Κρητών , αυτό πιστοποιείται από το όνομα Έραννα που συναντάται και σε αρχαία πόλη της Κρήτης .

Το 1874 ο αραχωβίτης ιστορικός Γ. Κρέμος ανακάλυψε μεγάλο ναό, βωμό των Ανέμων και ένα τείχος. Βωμοί ήταν τα αρχαιότατα θυσιαστήρια, αργότερα ανεγείρονταν και μέσα στους ναούς. Ο βωμός των ανέμων σχετιζόταν ίσως με παρατήρηση των καιρών και καταπράυνση των ανέμων, Βωμός των ανέμων υπήρχε και στους Δελφούς. Η πληθώρα των μετεωρολογικών μύθων, που διασώζονται στην παράδοση της Αράχωβας, και η σχέση της με τους ισχυρούς ανέμους, όπως φανερώνει και η αρχαία ονομασία Ανεμώρεια, υποδηλώνουν αρχαιότατες λατρείες.
Στην περιοχή της αρχαίας Ανεμώρειας ανακαλύφθηκε και καλυβίτης τάφος ρωμαϊκών χρόνων. Νότια στις αγροτικές θέσεις Βαρέλια και Αφορεσμένη σώζεται τμήμα της αρχαίας Σχιστής οδού απ’ τη Χαιρώνεια προς τους Δελφούς, η λεγόμενη σήμερα Κρυφοδημοσιά

για περισσότερες πληροφοριές δες και στο http://www.arachova.com

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Αποδράσεις_Τροιζήνα

Τροιζήνα



Ως πρώτοι βασιλείς της περιοχής της Τροιζηνίας αναφέρονται ο Ωρος (1400 π।Χ।), ο εγγονός του Άλθηπος, και κατόπιν ο γιος του Αλθήπου Σάρων (1300 π.Χ.).

Μετά τον Σάρωνα, στο θρόνο ανέβηκε ο μέτοικος Άνθας, γιος του Δηϊμαχου και της Αλκυόνης ή Χιόνης, εγγoνός του Βορέα (1280 π.Χ.). Ο Άνθας ονόμασε την πόλη του Άνθεια. Ο αδελφός του Άνθα, Υπέρης, εγκαταστάθηκε στην αντικρινή χερσόνησο της Καλαυρίας μετονομάζοντάς την Υπέρεια.

Στην εποχή του Ηρακλή, γύρω στα 1260, οι γιοι του Πέλοπα του Ταντάλειου, Τροιζήν και Πιτθέας καταλαμβάνουν την Τροιζήνα.

Μετά την εισβολή στην Τροιζηνία τα δυο αδέλφια Πιτθέας και Τροιζήν μοιράζονται την εξουσία κι ο Πιτθέας αναγορεύεται βασιλιάς της Άνθειας (σημερινή Τροιζήνα). Ο Ανθας και ο γιος του Αέτιος κατέφυγαν τότε στη Μ. Ασία και ίδρυσαν την Αλικαρνασσό. Στη συνέχεια ο Τροιζήν κατέλαβε την Υπέρεια (σημερινή Καλαυρία), ενώ ο Υπέρης κατέυφυγε κι αυτός με άλλους Καλαβρούς και Αχαιούς οπαδούς του στην Κάτω Ιταλία, μετονομάζοντας έτσι την ευρύτερη περιοχή σε Καλαβρία (1250 π.Χ.). Μετά τον θάνατο του ενός από τους δύο πελοπίδες αδερφούς, του Τροίζηνος ο Πιτθέας συνενώνει τις δυο πόλεις και σε ανάμνηση του αδελφού του, τους δίνει το όνομα Τροιζήνα,.

Οι γιοι του Τροιζήνος, Ανάφλυστος και Σφηττός, μετά τον θάνατο του πατέρα τους φεύγουν προς την Αττική, όπου ιδρύουν την Ανάβυσσο και την Σφηττό (στην περιοχή των Σπάτων). Σε αυτούς αποδίδεται και η ίδρυση μίας ακόμα αττική πόλης της Πιθάης.

Μόνος πλέον ο Πιτθέας κυριαρχούσε στην Τροιζήνα και την Καλαυρία και το βασίλειό του εκτεινόταν από το όρος Ορθολίθι μέχρι το ιερό της Θερμησίας Δήμητρας, νότια του Σκυλλαίου ακρωτηρίου. [Το Σκύλλαιο πήρε το όνομά του από την κόρη του βασιλιά των Μεγάρων Νίσου (1240 πΧ), της Σκύλλης. Η Σκύλλη είχε ερωτευθεί τον Μίνωα, ο οποίος την ωθεί να προδώσει τον πατέρα της. Η ανταμοιβή της όμως υπήρξε αντάξια της προδοσίας της. Ο Μίνωας ξεπλήρωσε την ευεργεσία που του έκανε δένοντας την Σκύλλη από το πλοίο του και σέρνοντάς την μέσα στη θάλασσα μέχρι πνιγμού. Η ακτή που εκβράστηκε το πτώμα της -Τσελεβίνια - ονομάστηκε Σκύλλαιο].

Ο Πιτθέας εθεωρείτο ως ο σοφότερος άνθρωπος της εποχής, και αναφέρεται ότι είναι εκείνος που δίδαξε πρώτος τη ρητορική, περί της οποίας άφησε σύγγραμμα. Του αποδίδονται δε και τα ρητά: « Μηδέν άγαν» καθώς και «μη δικάσης πριν αμφοίν τον μύθον ακούσεις».

Ο Πιτθέας από το γάμο του απέκτησε μία κόρη, την Αίθρα, την οποία αρχικά επρόκειτο να νυμφευθεί ο Βελλεροφόντης, μυθικός ήρωας, γιος του Γλαύκου, βασιλιά της Εφύρας (Κορίνθου).

Όταν όμως, εκδιώχθηκε ο Βελλεροφόντης, και ο Πιτθέας επέλεξε τον βασιλιά των Αθηνών Αιγέα.


Εκείνα τα χρόνια (1250 π.Χ.) η Αίθρα ερωτοτροπούσε με το γιο του Καλαβρού, τον Πόρο. Ο Πόρος[1] όμως σκοτώνεται σε μάχη τη στιγμή που η Αίθρα μένει έγκυος στον Θησέα. Ο Πιτθέας, προς αποφυγήν του σκανδάλου, διαδίδει ότι πατέρας του κυοφορούμενου Θησέα είναι ο Ποσειδώνας, με τον οποίο η κόρη του συνεβρέθηκε παρά τη θέλησή της

Ο μυθικός βασιλιάς των Αθηνών, Αιγέας ( 1270 π.Χ.) γιος του Ερεχθίδη Πανδίονα του Β, παντρεύτηκε πολλές φορές, χωρίς να καταφέρει να αποκτήσει διάδοχο. Ηλικιωμένος πια κατέφυγε στο Μαντείο των Δελφών για να ζητήσει την γνώμη του. Εκεί πήρε τον εξής χρησμό: «Ασκού τον προύχοντα ποδάρνα, φέρτατε λαών, μη λύσης, πριν γουνόν Αθηναίων αφικέσθαι», δηλαδή: «Μη λύσεις τον προεξέχοντα πόδα του ασκού, μεγάλε αρχηγέ των λαών, πριν φθάσεις εις τον δήμον Αθηναίων».

Ο Πιτθέας αντελήφθη την έννοια του χρησμού, αλλά την απέκρυψε. Αντ’ αυτού δώρισε στον Αιγέα έναν ασκό με παλιό εκλεκτό κρασί. Ο Αιγέας ανύποπτος άνοιξε τον ασκό και ήπιε όλο το περιεχόμενο, πράγμα που απαγόρευε ο χρησμός. Κι όπως ήταν φυσικό μέθυσε. Τότε ο Πιτθέας βρήκε την ευκαιρία να τον κοιμίσει με την πολύ νεαρή κόρη του την Αίθρα. Με αυτόν τον τρόπο ο Πιτθέας προσπάθησε να καλύψει τις ερωτικές σχέσεις της Αίθρας με τον απόγονο του Καλαυρού.

Όταν ο Aιγέας συνήλθε από το μεθύσι του και απέκτησε συνείδηση του περιβάλλοντος και των γεγονότων, και χωρίς να γνωρίζει τίποτα για την προϋπάρχουσα εγκυμοσύνη της Αίθρας, σπεύδει αμέσως να αναλάβει την ευθύνη των υποτιθέμενων πράξεών του. Αφού συνέστησε στην Αίθρα να αναθρέψει αντάξια του πατέρα του και του παππού του το παιδί που έμελλε να γεννηθεί, την οδήγησε σε ένα σημείο του δρόμου Τροιζήνας – Ερμιόνης, εκεί όπου υπήρχε ογκώδης βράχος, ο επονομαζόμενος και «βωμός του Σθενίου Διός». Κάτω από αυτόν τοποθέτησε ο Αιγέας το σπαθί και τα σανδάλια του υποδεικνύοντας στην Αίθρα τι θα έπρεπε να κάνει το παιδί, εάν γεννιόταν αγόρι. Θα έπρεπε να μετακινήσει μόνος του τον ογκόλιθο να φορέσει τα σανδάλια και να ζωστεί το ξίφος του πατέρα του, σαν σημείο αναγνώρισης και στη συνέχεια να κατευθυνθεί προς την Αθήνα. Κατόπιν ο Αιγέας επέστρεψε στην Αθήνα, ενώ η Αίθρα Παρέμεινε στην Τροιζήνα, κοντά στον πατέρα της.

Όταν γεννήθηκε ο Θησέας (1230 π.Χ.) εξακολουθούσε να υπάρχει η φήμη ότι αυτός ήταν γιος του Ποσειδώνα, από τον οποίο η Αίθρα βιάστηκε όταν είχε πάει να προσφέρει σπονδές στον τάφο του Σφαίρου.

Όπως πιστεύεται, ο Θησέας γεννήθηκε στην αρχαία κώμη Γενέθλιο, που βρισκόταν στη μέση του δρόμου που οδηγεί από την Τροιζήνα στον Πώγωνα। Πώγων είναι το λιμάνι που αρχίζει από την ακτή που σήμερα λέγεται Βίδι. ΒΑ του Γενέθλιου κτίστηκε αργότερα ο ναός του Άρη, επειδή ο Θησέας νίκησε τις Αμαζόνες. Κατά τη νίκη του ο Θησέας απήγαγε και συνδέθηκε ερωτικά με την αμαζόνα Ιππολύτη ή Αντιόπη, με την οποία απέκτησε τον Ιππόλυτο.



[1] Κατά την Ελληνική Μυθολογία, η Μήτις, κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος, εθεωρείτο από τους αρχαίους (Ορφικούς) η προσωποποίηση της φρόνησης. Από την ένωσή της με τον Δία, γεννήθηκε ο Πόρος που σήμαινε τον πλούτο. Από τον Πόρο και την Πενία (φτώχια) γεννήθηκε ο Έρωτας.

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Αποδράσεις_Θράκη

Θράκη
του Σαράντου Καργάκου
δημοσίευμα στον Οικονομικό Ταχυδρόμο
πηγή:
http://dim-sapon.rod.sch.gr/topos/arxai_Traki.htm

Κατά τις κρατούσες ιστορικές αντιλήψεις - τις οποίες δεν συμμερίζομαι - οι Θράκες είναι αρχαίο ινδοευρωπαϊκό φύλο συγγενές προς τους Έλληνες, Φρύγες, Ιλλυριούς. Κατά την προσωπική μου άποψη, όλοι οι πληθυσμοί της χερσονήσου του Αίμου είναι γηγενείς και σε χρόνους πολύ μακρινούς είχαν κοινή ανθρωπολογική βάση. Η οποιαδήποτε πολιτιστική τους ανάπτυξη συντελείται με κέντρο το Αιγαίο. Συνεπώς, οι λεγόμενοι Θράκες, Ιλλυριοί, Μακεδόνες, Τρώες, Κρήτες κ.λπ. είναι περιφερειακοί πληθυσμοί που έχουν σαν κέντρο τον Αιγαιακό πολιτισμό. Οι οποιεσδήποτε διαφοροποιήσεις συντελούνται μετά την καταστροφή -λόγω της εκρήξεως του ηφαιστείου της Θήρας— του Αιγαιακού πολιτισμού. Μοιραία την πολιτική σκυτάλη παίρνουν πρώτα η Κρήτη και ακολούθως τα οχυρά πολίσματα της Πελοποννήσου και της Βοιωτίας. Η περίοδος που ονομάζεται μυκηναϊκή είναι, όπως αποδεικνύουν τα γλωσσικά ευρήματα, περίοδος ελληνική, άρα και η προγενέστερη πρέπει να ήταν περίοδος Ελλήνων, εφόσον υπάρχει μια αδιάσπαστη πολιτιστική και γλωσσική ενότητα.
Εξελληνισμός σημαίνει εκπολιτισμός. Και συνεπώς, ανεξάρτητα από ονομασίες, οι λαοί εξελληνίζονται, δηλαδή εκπολιτίζονται, όχι με τον ερχομό κάποιων δήθεν ελληνικών φύλων από το Βορρά, αλλά με την άνοδο του πολιτισμού από το Νότο προς το Βορρά. Άρα και οι Θράκες, στο μέτρο που μετέχουν μια κοινής πολιτικής παραδόσεως που ονομάστηκε ελληνική και η οποία ανεξάρτητα από επιρροές —κυρίως από Ανατολή και Νότο—, είναι μια ιθαγενής πολιτιστική δημιουργία. Οι Θράκες για πρώτη φορά απαντούν στον Όμηρο, ως συγγενείς και σύμμαχοι των Τρώων. Ονομάζονται δε «Θρήικες ακρόκομοι». Ο Ηρόδοτος θεωρεί τους Θράκες ως τον πολυπληθέστερο μετά τους Ινδούς λαό του αρχαίου κόσμου. Το ίδιο υποστηρίζει και ο περιηγητής Παυσανίας. Ο γεωγράφος Στράβων (2ος μ.Χ. αιώνας) υπολογίζει τους Θράκες σε 2.000.000 και τους χωρίζει σε 22 φυλές.

Οι θρακικές φυλές δεν είχαν μόνιμη εγκατάσταση, αλλά λόγω ποιμενικού βίου ήσαν μετακινούμενες. Ίσως μάλιστα οι φυλές να δημιουργήθηκαν με βάση κάποιον ισχυρό ποιμένα πατριάρχη, που εξελίχθηκε σε φύλαρχο. Την κινητικότητα των θρακικών φυλών υποδηλώνει το όνομα μιας θρακικής φυλής, των «αλητών». Αλητοί, από το ρήμα αλάομαι, σημαίνει περιπλανώμενοι. Άλλες γνωστές Θρακικές φυλές είναι οι Αψίνθιοι (ανατολικά του Αίμου), οι Βέσσοι ή Βησσοί (μεταξύ Ροδόπης και Αίμου), οι Βισαλτοί (κατά μήκος του Στρυμόνα), οι Βίστονες (στις ακτές του Αιγαίου), οι Βρίαντες (απέναντι από τη Σαμοθράκη), οι Γέτες (μεταξύ Αίμου και Δουνάβεως), οι Δερραίοι (στον κάτω Στρυμόνα), οι Δίοι (στη Ροδόπη), οι Ηδώνες (στην πεδιάδα του κάτω Στρυμόνα), οι Θυνοί (στην ενδοχώρα του Βυζαντίου), οι Κορπίλοι (κοντά στο Διδυμότειχο), οι Μαίδοι, (στις κοιλάδες του άνω Στρυμόνα), οι Οδρύσσαι (στην κοιλάδα του Έβρου), οι Πίερες (στην περιοχή του Παγγαίου), οι Σαπαίοι (μεταξύ Βιστονίδος και Νέστου), οι Σέρδαι (στην περιοχή της Σερδικής νυν Σόφιας), οι Σίθωνες (στη Σιθωνία), οι Σιντοί (μεταξύ Στρυμόνα και Νέστου), οι Τραλείς (στον άνω Νέστο) κ.ά. Από τον Ξενοφώντα μνημονεύεται και μια θρακική φυλή, οι Μελινοφάγοι , επειδή έτρωγαν μελίνη, είδος κέγχρου (Ξεν. Αν. 7, 5, 12). Από τις τοποθεσίες που μνημονεύσαμε φαίνεται σαφώς, ότι το ανατολικό Τμήμα της προ του Φιλίππου Μακεδονίας το κατοικούσαν θρακικά φύλα. Ήταν με άλλα λόγια Θράκη. Άρα, το βασίλειο του Φιλίππου ήταν Μακεδονο-θρακικό.

Οι πληροφορίες των αρχαίων για τους Θράκες ποικίλλουν. Στον Όμηρο αναφέρονται ως δίκαιοι, φιλήσυχοι και λιτοδίαιτοι. Άλλοι γράφουν πως ήσαν φιλήδονοι και οινοπότες. Ο Θουκυδίδης, που ήταν Θραξ από τον πατέρα του κι έζησε το 2ο ήμισυ της ζωής του στη Θράκη, τους χαρακτηρίζει λαό μαχητικό. Ο Μένανδρος γράφει ότι μεταξύ των Θρακών ίσχυε η πολυγαμία, πράγμα που δημιουργούσε δημογραφικά προβλήματα με ιδιότυπες κοινωνικές προεκτάσεις (π.χ. πώληση γυναικών και παιδιών, θρήνοι κατά τη γέννηση των παιδιών, χαρές και χοροί όταν πέθαινε κάποιος). Οι νεκροί καιγόταν και οι τάφοι των πλουσίων καλύπτονταν με τύμβους. Για να υποδηλώσουν την ευγενή καταγωγή τους συνήθιζαν να στιγματίζουν το σώμα τους, να κάνουν, δηλαδή, «τατουάζ». Ο οπλισμός τους, όπως μαθαίνουμε από τον Ηρόδοτο, ήταν ελαφρύς μικρές ασπίδες (πέλτες), ακόντια και κοντά εγχειρίδια. Δεν είχαν ανεπτυγμένη οικονομία. Ζούσαν κυρίως από τον πόλεμο. Μόνο όταν δημιουργήθηκαν μεγάλα ελληνικά κέντρα στις παραλιακές περιοχές, αρχίζει ν’ αναπτύσσεται η υλοτομία, η γεωργία, η κτηνοτροφία και η μεταλλουργία με κέντρο τη Σπαπτή ‘Υλη του Παγγαίου.

Μπορεί οι Θράκες να πήραν πολλά πολιτιστικά στοιχεία από τη Νότια Ελλάδα, έδωσαν όμως σ’ αυτήν κάτι πολύ σημαντικότερο: την ορφική λατρεία και τη διονυσιακή λατρεία από την οποία γεννήθηκαν η αρχαία μουσική, τα αρχαία μυστήρια, η αρχαία ποίηση και ειδικά στο Νότο, εκτός από τα μυστήρια, και πολλές άλλες θεότητες, κυρίως χθόνιες. Είναι ενδεικτικό ότι ο Εύμολπος, γιος του Μουσαίου, θεωρείται ιδρυτής των Ελευσινίων Μυστηρίων, και ο Ορφεύς, των ορφικών μυστηρίων. Τα παραπάνω ονόματα (Μουσαίος, Εύμολπος, Ορφεύς) δείχνουν πως οι ποιητικές καταβολές του ελληνικού κόσμου έχουν αφετηρία τις θρακικές τελετές. Είναι ακόμη ενδεικτικό ότι οι Θράκες μετείχαν στις εορτές των Αθηναίων. Στο περίφημο προοίμιο της “Πολιτείας του Πλάτωνα ο Σωκράτης λέγει για μια εορτή του Πειρειά:
‘Καλή μεν συν μοι και η των επιχωρίων πομπή έδοξε είναι, ου μέντοι ήταν εφαίνεται πρέπειν ην οι Θράκες έπιμπον” (Ωραία μου φάνηκε και η πομπή των εντοπίων, αλλά νομίζω ότι, καθόλου δεν υστερούσε και η πομπή που έστειλαν οι Θράκες).

Εξάλλου, οι κάτοικοι των νοτίων περιοχών δεν έκαναν διάκριση ανάμεσα στον εαυτό τους και τους Θράκες πάνω στη βάση της φυλετικότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί ελληνικοί μύθοι συνδέουν τους Θράκες με τους κατοίκους νοτίων περιοχών. Π.χ. ο «Θρήικιος Βορέας» αρπάζει την Ωρείθνια, ο Ηρακλής αρπάζει τ’ άλογα του Θρακός Διομήδη, ο Φινεύς από τη Θράκη μετέχει στην αργοναυτική εκστρατεία, ο Τηρεύς (Θραξ και αυτός) βοηθά τον Αθηναίο Πανδίωνα και νυμφεύεται τη θυγατέρα του Πρόκνη. Τέλος, ο Ορέστης ιδρύει πόλη στη Θράκη που φέρει τ’ όνομά του, Ορεστιάδα.

Εκείνο πάντως που διαφοροποιούσε τους κατοίκους της Θράκης από τους κατοίκους των νοτίων περιοχών είναι η γλώσσα. Δεν ξέρω σε ποια γλωσσικά στοιχεία στηρίζονται διάφοροι ερευνητές, ώστε να θεωρούν την αρχαία θρακική τμήμα της ινδοευρωπαϊκής, γλώσσα συγγενή προς τη φρυγική και αρμενική, με επιδράσεις Ιλλυρικές, Σκυθικές, κ.λπ. Όμως διερωτώμαι: χωρίς γλωσσική συγγένεια προς την ελληνική, πώς επετεύχθη η διείσδυση τόσων λατρευτικών στοιχείων της Θράκης στη Ν. Ελλάδα;

Εκείνο πάντως που είναι βέβαιο, μια και οι Θράκες δεν είχαν δική τους γραφή, είναι πως τα πρώτα γραπτά ίχνη της Θράκης είναι ελληνικά. Αυτό που οι ερευνητές —ακόμη και οι δικοί μας— ονομάζουν «εξελληνισμό», ενώ πρόκειται περί εκπολιτισμού, συντελείται εντονότερα μετά τον 7ο π. Χ. αιώνα. Οι διαφορές Βορρά-Νότου δεν ήταν τόσο φυλετικού όσο πολιτιστικού επιπέδου. Με άλλα λόγια κατά τον 6ο και 5ο π. Χ. αιώνα δεν υπάρχουν μεταξύ Αθηναίων και Θρακών φυλετικές προκαταλήψεις. Είναι ενδεικτικό ότι η Αβρότονος, μητέρα του Θεμιστοκλή, και η Ηγησιπύλη μητέρα του Κίμωνα, αλλά και ο Όμηρος πατέρας του Θουκυδίδη, ήσαν από τη Θράκη. (Οι Αθηναίοι είχαν εξ αρχής επισημάνει τη σημασία ειδικά της Καλλιπόλεως. Μετά από πρόσκληση των Δολόγκων, ο Μιλτιάδης ο Πρεσβύτερος, έκτισε εκεί αποικία. Στη διοίκηση τον διαδέχθηκε αργότερα ο Μιλτιάδης ο Νεώτερος, ο νικητής του Μαραθώνα. Ο Μιλτιάδης νυμφεύθηκε την Ηγησιούλη, μητέρα του Κίμωνα. Επίσης στη Θράκη κατέφυγε μετά την τελευταία εξορία του ο Αλκιβιάδης, που είχε στενούς δεσμούς με τοπικούς άρχοντες). Πάντως στους μετά το Φίλιππο χρόνους, το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης, κυρίως το νοτίως του Αίμου και των παραλίων του Εύξεινου, της Προποντίδας και του Αιγαίου είχε ως μητρική γλώσσα την ελληνική.
Οι Θράκες μετείχαν σ’ όλες τις περιπέτειες του ελληνισμού. Στους Μηδικούς πολέμους, στον Πελοποννησιακό πόλεμο (τότε αναδεικνύεται ο βασιλιάς Σιτάλκης), στους πολέμους Αθηναίων-Φιλίππου (τότε ακούγεται το όνομα του Κερσοβλέπτη), στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου και σ’ όλη πια την ύστερη περίοδο, ελληνιστική, ελληνορωμαϊκή, βυζαντινή, λογίζονται ως τμήμα του ευρύτερου ελληνικού χώρου. Ακμαίες ελληνικές αποικίες θα δώσουν ιδιαίτερη λάμψη στην περιοχή, όπως τα Άβδηρα, η Μεσημβρία, η Μαρώνεια, η Σηστός, η Πέρινθος, η Αγχίαλος και τέλος το Βυζάντιο, που έγινε πρωτεύουσα της μεγαλύτερης σε έκταση χώρου και χρόνου αυτοκρατορίας που γνώρισε ποτέ ο κόσμος.

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

Αποδράσεις_μονή Προυσού

το "Σπίτι της Παναγιάς"

Η παράδοση θέλει το σταυροπηγιακό μοναστήρι του Προυσού να βρίσκεται χτισμένο στο σημείο που επέλεξε, με θαυματουργό τρόπο, η Μεγαλόχαρη. Το ιστορικό μοναστηριακό συγκρότημα που χρονολογείται από το 829 μΧ απέχει 35 χιλιόμετρα από το Καρπενήσι, στο δρόμο προς την "Ποταμιά". Στον δρόμο που οδηγεί στην Μονή, βρίσκονται "τα πατήματα της Παναγιάς", επτά σχήματα διαφορετικού χρώματος που αποτελούν, σύμφωνα με τον λαϊκό μύθο, τα ίχνη των βημάτων της ίδιας της Παναγίας στον κάθετο βράχο.

Ιστορικά, η εικόνα, δημιούργημα του Ευαγγελιστή Λουκά, φυγαδεύτηκε το 829μχ, κατά την περίοδο της Εικονομαχίας, από ναό της Προύσα της Μικράς Ασίας προκειμένου να διασωθεί από την καταστροφή των εικόνων που είχε διατάξει ο Αυτοκράτορας Θεόφιλος. Την εικόνα μετέφερε στην Ελλάδα ένας νεαρός άνδρας που ονομαζόταν Διονύσιος αλλά για άγνωστη αιτία αυτή χάθηκε όταν ο νέος έφθασε στη Θράκη.

Από την Θράκη η εικόνα επανεμφανίζεται στην Ευρυτανία, όταν ένας φωτεινός στύλος που έφθανε από τη γη στον ουρανό παρακινεί κάποιον βοσκό να ερευνήσει την περιοχή. Το φαινόμενο έλαβε χώρα στις 23 Αυγούστου. Έκτοτε, την ημερομηνία αυτή εορτάζει η Μονή, καθώς θεωρήθηκε ότι αυτός ήταν ο τόπος που επέλεξε η Μεγαλόχαρη για να "κατοικήσει".

Η Μονή καταστράφηκε επανειλημμένα επί Τουρκοκρατίας ενώ στο πιο πρόσφατο παρελθόν μελανή σελίδα αποτελεί η εισβολή των Γερμανών στο Μοναστήρι, στις 16 Αυγούστου του 1944, και η ολοσχερής καταστροφή των κτιριακών συγκροτημάτων. Παραδίδεται μάλιστα πως όταν κάποιος Γερμανός αξιωματικός θέλησε να κάψει τον ναό, εμποδίστηκε από το "αόρατο χέρι" της Παναγίας.

Η εικόνα της Παναγίας της Προυσιώτισσας θεωρείται θαυματουργή και για το λόγο αυτό προσελκύει πλήθος πιστών από την Ελλάδα και το Εξωτερικό. Την εικόνα ασήμωσε δαπάναις του ο ίδιος ο Καραϊσκάκης τον καιρό που φιλοξενούταν άρρωστος στην Μονή, εν τω μέσω της επανάστασης, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης.

Η Ιερά Μονή αποτελείται από το καθολικό, στο οποίο έχουν πραγματοποιηθεί αναστηλωτικές εργασίες καθώς και η προσθήκη νέας πτέρυγας κελιών. Το καθολικό είναι ναός σταυροειδής με τρούλο και στο δυτικό τμήμα υπάρχει μια κρύπτη που λειτουργεί ως παρεκκλήσι. Ο ναός χρονολογείται από το 1754 ενώ στην εξωτερική πλευρά της κρύπτης διασώζονται τοιχογραφίες από τον 13ο αιώνα.

Απέναντι από το Μοναστήρι βρίσκεται το εκκλησάκι των Αγίων Πάντων που χτίστηκε επίσης το 1754 και σε κοντινή απόσταση μπορεί κανείς να επισκεφθεί το οίκημα της Σχολής Γραμμάτων που χτίστηκε το 1820 από τον Επίσκοπο Λιτζάς και Αγράφων Δοσίθεο.

Σήμερα στο Μοναστήρι υπάρχουν δύο τριώροφοι ξενώνες για τη φιλοξενία των προσκυνητών, από τα μέσα περίπου της άνοιξης έως και τα πρώτα κρύα του φθινοπώρου, μουσείο εκκλησιαστικών ευρημάτων και αντικειμένων και μουσείο ελληνικών γραμμάτων της Ρούμελης.