Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Αποδράσεις_Πάρνηθα

το πελασγικό βουνό … της Αθήνας

Η ονομασία Πάρνηθα προέρχεται από την λέξη Πάρνης που έχει πανάρχαια προέλευση από την αρχαία Πελασγική γλώσσα. Η ρίζα της είναι συγγενής με τις λέξεις Πάρνωνας και Παρνασσός (Νέζης, 1983).

Στα αρχαία κείμενα εμφανίζεται για πρώτη φορά το 423 π.Χ. στις “Νεφέλες” του Αριστοφάνη και αργότερα από τον Ρόδιο κωμικό Αντιφάνη (405-333 π.Χ.) και από τον φιλόσοφο Θεόφραστο. Ο Παυσανίας γύρω στα 150 μ.Χ. αναφέρει στα Αττικά του (32,1-2): «Όρη δε αθηναίοις εστί Πεντελικόν ένθα λιθοτομίαι, και Πάρνης παρεχομένη θήραν συών αγρίων και άρκτων, και Υμηττός ος φύει μελίσσαις επιτηδειοτάτας πλην της αλαζώνων». Η αναφορά αυτή είναι πολύ ουσιαστική, αφού περιγράφει την Πάρνηθα ως χώρο με καλό κυνήγι με αγριογούρουνα και αρκούδες. Φυσικά για την σωστή ερμηνεία της αναφοράς πρέπει να παρατηρήσουμε ότι την εποχή εκείνη Πάρνηθα εννοούνταν μια πολύ ευρύτερη γεωγραφική τοποθεσία από τη σημερινή.

Η Πάρνηθα κατοικούνταν και ήταν πολυσύχναστη από τους Μυκηναϊκούς ακόμα χρόνους. Η σπουδαιότητά της είναι φανερή από τη θέση που κατέχει ως προπύργιο της Αττικής από βόρειες επιθέσεις. Έτσι, μαζί με τα συνεχόμενα βουνά Πατέρας και Κιθαιρώνας, αποτελεί ένα φυσικό τείχος μήκους 60 χιλιομέτρων, που ξεκινά από τον Ευβοϊκό κόλπο και καταλήγει στον κόλπο των Μεγάρων.

Η Πάρνηθα εμφανίζεται ως το πιο οχυρωμένο βουνό της αρχαίας Ελλάδας. Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο έγιναν σκληρές μάχες για τον έλεγχο του φρουρίου της Πάνακτου. Τελικά οι Αθηναίοι το ανοικοδόμησαν από την αρχή και το κατέστησαν ισχυρότατο. Το δε φρούριο της Δεκέλειας ήταν το στρατηγείο των Λακεδαιμονίων για πολλά χρόνια στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου.

Η Πάρνηθα όμως ήταν και τόπος λατρείας των Αθηναίων. Ο Παυσανίας αναφέρει στα «Αττικά» ότι στην Πάρνηθα υπήρχε χάλκινο άγαλμα του Παρνήθιου Δία και βωμός του Σημαλέου Δία που ρύθμιζε τις βροχές, καθώς και δύο λατρευτικά σπήλαια.

Οι κάτοικοι της κλασσικής Αθήνας γνώρισαν περιόδους ακμής και δόξας, μεγάλη κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ανάπτυξη. Παράλληλα όμως, σέβονταν το φυσικό περιβάλλον και αυτό φαίνεται ήδη από τη θρησκεία και τους μύθους τους. Την προστασία της φύσης και της χλωρίδας είχαν αναλάβει όλοι οι θεοί του Ολύμπου και των άλλων βουνών και κάθε θεός είχε ιδιαίτερη φροντίδα για ορισμένο δέντρο ή φυτό, όπως η Αθηνά για την ελιά, ο Απόλλωνας για τη δάφνη, ο Δίας για τη βελανιδιά κ.ο.κ.

Τα ένδοξα χρόνια της Αθήνας διαδέχθηκαν η παρακμή και η αφάνεια, που διήρκεσαν πολλούς αιώνες. Το περιβάλλον της Αττικής άντεξε όχι μόνο στο χρόνο, αλλά και στις ποικίλες επιθέσεις βαρβαρικών φυλών, που στρατοπέδευσαν και πολλοί από αυτούς παρέμειναν για μεγάλο διάστημα στα χώματά της.

Στα μεταγενέστερα χρόνια το βουνό υπήρξε ορμητήριο ληστών και φυσικά περιοχή εποικισμού των Αρβανιτών που εμφανίστηκαν γύρω στα 1350 μ.Χ. και η βασική τους δραστηριότητα ήταν η κτηνοτροφία. Αυτή, συνεχίστηκε και στους νεότερους χρόνους του Νεοελληνικού κράτους, οπότε η Πάρνηθα αποτελούσε ένα μεγάλο δασολίβαδο.

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος και την ανακήρυξη της Αθήνας σε πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους, ο πληθυσμός της αυξήθηκε κατακόρυφα. Από 4.000 το 1834 έγιναν 66.000 το 1879. Το γεγονός αυτό είχε δυσμενέστατες επιπτώσεις στο περιβάλλον του λεκανοπεδίου της Αττικής. Τα λίγα δάση που είχαν απομείνει από την πρόσφατη τότε καταστροφή από τα στρατεύματα του Κιουταχή, αποδεκατίστηκαν για την κάλυψη των αναγκών της πρωτεύουσας. Ξυλοκόποι, ασβεστοποιοί, ανθρακείς, αρτοποιοί, κεραμείς κτλ, απογύμνωσαν τα βουνά της Αττικής.

Στην σύγχρονη εποχή μειώθηκε δραστικά η βόσκηση, η οποία απαγορεύθηκε το 1953. Ωστόσο, οι πιέσεις στο βουνό δεν ελαττώθηκαν. Είναι χαρακτηριστικό, ότι κατά την υποχώρησή τους οι Γερμανικές δυνάμεις κατοχής που υποχωρούσαν σιδηροδρομικώς έκαψαν τμήμα του ελατοδάσους, προκειμένου να ελέγξουν τις επιθέσεις των αντιστασιακών δυνάμεων εναντίον τους. Επίσης, ένα αξιόλογο τμήμα των συστάδων ελάτης υποβαθμίστηκε αργότερα από το κόψιμο των κορυφών των νέων ελάτων για την παραγωγή των χριστουγεννιάτικων δέντρων.

Η ίδρυση του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας το 1961 σύμφωνα με την μελέτη του πρώην Δασάρχη Πάρνηθας, καθηγητή Κ. Μακρή (Μακρής Κ. 1958), ήταν καταλυτική για τη σωτηρία του βουνού και έτσι σήμερα το βουνό είναι το μοναδικό στην Αττική που συντηρεί μία τόσο πλούσια βιοποικιλότητα (Αμοργιανιώτης, 1997).

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Αποδράσεις_Μαραθώνας

τότε που οι Αθηναίοι είχαν θάρρος

Για τη διεξαγωγή της καθαυτό μάχης έχουν γραφεί χιλιάδες σελίδες. Ανεξαρτήτως των διαφορετικών αναπαραστάσεων, που προκύπτουν από την ιστορική έρευνα ή τις υποθέσεις και τη φαντασία των μελετητών, όλες στηρίζονται στη βασική περιγραφή του Ηρόδοτου. … Γράφει, λοιπόν, ο Ηρόδοτος στο 6ο βιβλίο της Ιστορίας του (την Κλειώ, όπως ονομάστηκε στους Αλεξανδρινούς χρόνους):

«...Οταν ήρθε η μέρα της αρχηγίας του (του Μιλτιάδη), τότε πια οι Αθηναίοι παρατάχθηκαν ως εξής για τη μάχη. Στο μεν δεξιό άκρο της παράταξης διοικητής μπήκε ο Καλλίμαχος, γιατί έτσι όριζε ο νόμος, ο πολέμαρχος να έχει το άκρο δεξιό της παρατάξεως. Και ενώ αυτός είχε το άκρο της δεξιάς πτέρυγας, τον ακολουθούσαν με τη σειρά τους οι φυλές η μια μετά την άλλη. Τελευταίοι τάσσονταν οι Πλαταιείς, που είχαν τον αριστερό χώρο της παρατάξεως...

Επειδή το μήκος της ελληνικής παρατάξεως έπρεπε να εξισωθεί προς το μήκος της παράταξης των Περσών, το μεν μέσον αυτού είχε βάθος ολίγων αντρών, και στο μέρος τούτο ήταν πολύ ασθενές, καθένα όμως από τα δύο άκρα της παρατάξεως, είχε ενισχυθεί με αρκετό πλήθος και σε μεγάλο βάθος...

Οι Αθηναίοι, αμέσως μόλις δόθηκε το σήμα της επίθεσης, όρμησαν τρέχοντας εναντίον των βαρβάρων. Το διάστημα που τους χώριζε δεν ήταν λιγότερο από οκτώ στάδια.

Οι Πέρσες όταν τους είδαν να έρχονται εναντίον τους τρέχοντας, ετοιμάστηκαν να τους δεχτούν κι είχαν την εντύπωση ότι έπιασε τρέλα τους Αθηναίους και μάλιστα βαριάς μορφής, βλέποντας να είναι τόσοι λίγοι κι όμως να έρχονται με ορμή εναντίον τους χωρίς να έχουν ούτε ιππικό ούτε τοξότες.

Αυτά τα συμπεράσματα έβγαζαν οι βάρβαροι για τους Αθηναίους. Οι Αθηναίοι όμως, αφού κατά πυκνές μάζες ήρθαν σε επαφή με τους βαρβάρους μάχονταν γενναία. Πρώτοι πράγματι αυτοί από όλους τους Ελληνες, όπως ξέρουμε, έτρεξαν με ορμή εναντίον των βαρβάρων και πρώτοι αντίκρισαν ατάραχοι την περσική ενδυμασία και κείνους που τη φορούσαν. Μέχρι τότε, και μόνο το όνομα των Μήδων προκαλούσε τρόμο στους Ελληνες.

Η μάχη αυτή στον Μαραθώνα κράτησε αρκετά. Και στο κέντρο μεν του στρατεύματος, όπου είχαν ταχθεί οι Πέρσες και οι Σάκες, νικούσαν οι βάρβαροι, και σχηματίζοντας ρήγμα καταδίωξαν τους Ελληνες προς το εσωτερικό, ενώ στα δύο άκρα της παράταξης νικούσαν οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς. Και τους μεν βαρβάρους που νικήθηκαν και το έβαλαν στα πόδια τους άφησαν να τρέχουν, ενώ αυτοί συνένωσαν τα δύο άκρα της παράταξής τους και νίκησαν οι Αθηναίοι.

Τους Πέρσες που έφευγαν τους ακολούθησαν βήμα προς βήμα σκοτώνοντάς τους, έως ότου έφτασαν στην παραλία και γύρευαν φωτιά για να κάψουν τα πλοία, προσπαθώντας να τα καταλάβουν...».

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Αποδράσεις_Καστελόριζο

Το κόκκινο φρούριο

Το επίσημο όνομα του, Μεγίστη, το πήρε, σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, λόγω του ότι είναι το μεγαλύτερο από ένα σύμπλεγμα δεκατεσσάρων μικρών νησιών με πιο γνωστή τη Ρω. Το όνομα Καστελόριζο είναι δυτικής προέλευσης και σημαίνει κόκκινο φρούριο.

Από τα αρχαιολογικά ευρήματα συμπεραίνουμε ότι το νησί κατοικείται από τους Νεολιθικούς χρόνους ενώ κατά τη διάρκεια της Μυκηναϊκής και Μινωικής εποχής αποτελούσε εμπορικό σταθμό της Κρήτης «εμπορείον», λόγω της στρατηγικής του θέσης και είχε επίσης εμπορικές επαφές με την Κύπρο.

Αποικίστηκε από τα φύλα των Δωριέων, οι οποίοι έκτισαν και την ακρόπολη στο Παλαιόκαστρο, στη δυτική πλευρά του λιμανιού, τμήματα της οποίας σώζονται ως τις μέρες μας. Αυτοί έδωσαν στο νησί και το πομπώδες όνομα Μεγίστη

Ένας μεταγενέστερος μύθος αποδίδει το όνομα του νησιού στον πρώτο οικιστή που λεγόταν Μεγιστέας, αλλά το πιθανότερο είναι το όνομα να οφείλεται στο ότι ξεχωρίζει σε μέγεθος από τις γύρω βραχονησίδες.

Καταλήφθηκε κατόπιν από τους Πέρσες και από τον 4ο π. Χ. μέχρι και τους Ρωμαϊκούς χρόνους απετέλεσε τμήμα του ροδιακού κράτους. Για τους Ρόδιους η Μεγίστη έπαιξε το ρόλο σπουδαίου διαμετακομιστικού κέντρου, ενώ μεταξύ του 333-304 απόλαυσε ένα διάστημα αυτονομίας, οπότε και έκοψε δικό της νόμισμα. Την εποχή της Ροδιακής κυριαρχίας οικοδομήθηκε και το φρούριο του νησιού από τον έπαρχο Ρόδου Σωσικλή Νικαγόρα.

Για τους Βυζαντινούς χρόνους οι πληροφορίες είναι πενιχρές. Φαίνεται ότι ανήκε στην επαρχία των νησιών provincia insularum. Στα Μεσοβυζαντινά χρόνια ο οικισμός πιθανολογείται ότι ήταν στο Παλαιόκαστρο, μακριά από τη θάλασσα λόγω των πειρατικών επιδρομών.

Ναυτική ακμή παρουσιάζει το νησί κατά τα μεσαιωνικά χρόνια. Το 1306 το νησί περνάει στη κατοχή του τάγματος των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ. Τότε κτίστηκε και το κάστρο, το Castel Rosso, από το οποίο το νησί πήρε το όνομα Καστελόριζο.

Το 1440 κατέκτησαν το νησί οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου, ερημώνοντας τον οικισμό και αιχμαλωτίζοντας τους κατοίκους του, αλλά οι Ιππότες σύντομα το ανακατέλαβαν και ανοικοδόμησαν το κάστρο. Στους επόμενους αιώνες το νησί, λόγω της σημαντικής γεωγραφικής θέσης του, έγινε θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων, κι άλλαξε συχνά κυριάρχους.

Το 1522 περιέρχεται στους Τούρκους, όμως του παραχωρούνται προνόμια κι έτσι παρουσιάζει πνευματική και οικονομική ακμή, ενώ η διοίκηση ασκούνταν από την τοπική δημογεροντία.

Στη διάρκεια της επανάστασης του 1821 τα γυναικόπαιδα φυγαδεύτηκαν στην Κάσο, την Κάρπαθο και την Αμοργό, για να αποφύγουν αντίποινα των Τούρκων.

Το 1913 καταλύεται από τους κατοίκους η οθωμανική εξουσία. Το 1915 καταλαμβάνεται από τους Γάλλους και στη συνέχεια αυτοί το παραχωρούν έναντι αμοιβής στους Ιταλούς οι οποίοι το ονομάζουν Castelrosso.

Κατά τη διάρκεια τoυ Β΄ παγκοσμίου πολέμου ήταν σημαντική στρατιωτική βάση, ενώ το 1943 το νησί βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς και υπέστη μεγάλες καταστροφές. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μεγάλο μέρος των κατοίκων του να εγκαταλείψει το Καστελλόριζο και να μεταναστεύσει σε άλλους τόπους, ιδίως στην Αυστραλία. Αξιοσημείωτο είναι ότι ενώ σήμερα οι κάτοικοι του Καστελόριζου είναι μερικές εκατοντάδες, η ανθηρή ελληνική κοινότητα στο Πέρθ της Αυστραλίας αριθμεί περίπου 10.000 Καστελοριζιούς.

Το 1948 ενσωματώνεται στο Ελληνικό κράτος.

http://www.golden-greece.gr/places/dodekanisa/kastelorizo/kastelorizo_kastelorizo.html