Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

Αποδράσεις_Μονεμβασιά

η Ιστορία της Μονεμβασιάς

«…Η εντύπωση που μου έκανε ήταν ακόμα βαθύτερη από εκείνη που περίμενα. Έβλεπα ένα θεόρατο βράχο που ανέβαινε μέσα από τη θάλασσα…»
Κώστας Ουράνης
“Ταξίδια στην Ελλάδα”

Στα ανατολικά παράλια της Λακωνικής χερσονήσου, 20 ναυτικά μίλια από το ακρωτήριο Μαλέας και 84 από τον Πειραιά στέκεται η Μονεμβασία.

Ο επιβλητικός όγκος του βράχου αναπτύσσεται κάθετα στην απέναντι Λακωνική γη. Μια στενή λωρίδα γης και γέφυρα μήκους 130μ. (με αμαξωτό δρόμο μέγιστου πλάτους 6 μ), την ενώνει με την στεριά. Από το γεγονός της μόνης αυτής δυνατότητας σύνδεσής της με την ξηρά, πήρε και το όνομα της Μονεμβασιά (μόνη έμβαση).

Ο βράχος της Μονεμβασιάς είναι το αποτέλεσμα ενός ισχυρότατου σεισμού που τοποθετείται χρονολογικά γύρω στο Νοέμβριο του 375 μ.Χ. Η σεισμική δόνηση προκάλεσε μεγάλες αλλαγές στη γεωλογική διαμόρφωση του τοπίου. Τα παράλια της Λακωνικής χερσονήσου και ιδιαίτερα της περιοχής Επιδαύρου Λιμηράς, υπέστησαν καθίζηση. Μεγάλης ιστορικής σημασίας πόλεις, μερικώς ή ολικώς βυθίστηκαν, όπως η Πλύτρα, ο Ασωπός, οι Βοίες και η Επίδαυρος Λιμηράς. Στη Μονεμβασιά η καθίζηση έλαβε χώρα στα κράσπεδα του βράχου και μόνο προς τη δυτική πλευρά του, οπότε και τα νερά της θάλασσας τον κάλυψαν. Έτσι ο βράχος της Μονεμβασιάς από το «πέρας στενής και μακράς χερσονήσου» κατά τον Παυσανία αποκόπτεται από τη Λακωνική ακτή και παίρνει την μορφή νησίδας.

Ο βράχος της Μονεμβασιάς έχει μήκος 1500 μέτρα περίπου και μέγιστο πλάτος 600 μέτρα, ενώ το ύψος του αγγίζει τα 200 μ.. Η κορυφή του βράχου είναι επίπεδη, σαν μικρό οροπέδιο, ενώ οι πλάγιές του γύρω-γύρω σχηματίζουν κατακόρυφους γκρεμούς. Περιλαμβάνει τα δυο οχυρωμένα, αθέατα από την ξηρά, οικιστικά σύνολα, της Κάτω Πόλης, (ή οποία καταλαμβάνει έκταση 7.500 τ.μ.) και της Άνω Πόλης (έκτασης 120.000 τ.μ.), η οποία βρίσκεται στο κεκλιμένο πλάτωμα της κορυφής.

Το έδαφος είναι κατά βάση πετρώδες, άνυδρο και με αραιή βλάστηση. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ή Αθηνά Ταρσούλη : «Το πετροβουνό είναι χέρσο από παντού γιατί μέσα από το κορμί του καμιά νεροφλέβα δεν περνάει». Οι εδαφολογικές αυτές συνθήκες επηρέασαν καθοριστικά τόσο την αρχιτεκτονική τυπολογία των κτισμάτων που αναπτύχθηκαν στον οικισμό όσο και τα υλικά δόμησης αυτών. Ο βράχος προσέφερε απλόχερα την πέτρα του ως πρώτη ύλη για την οικοδόμηση σπιτιών, που απαραίτητα διέθεταν τουλάχιστον μια στέρνα το καθένα αφού μοναδική πηγή ύδρευσης της Πόλης ήταν το βρόχινο νερό.

Ο Nίκος Καζαντζάκης μια νύχτα που κατέφτασε στη Μονεμβασιά, την είδε ως «ένα φοβερό θεριό που ενέδρευε ξαπλωμένο μέσα στο νερό». Το δέος του Φώτη Κόντογλου ήταν παρόμοιο. Όταν την αντίκρισε το 1920 «…αγριεύτηκε και θάμαξε». Πράγματι, το σχήμα του βράχου που προσομοιάζει «τεράστια καρένα καραβιού» κατά τον Κώστα Ουράνη ή «πελώριο πολεμικό κράνος» σύμφωνα με το Στρατή Μυριβήλη, εντυπωσιάζει με τον όγκο και την διαχρονική επιβλητικότητά του. Παραμένει όμοιο και απαράλλαχτο στη διάρκεια των αιώνων, ανθεκτικότατο στο χρόνο και την ανθρώπινη επέμβαση, βοηθούμενο και από τη γεωμορφολογία του (εξαιρετικά απόκρημνο, συμπαγές και χέρσο).

Η Μονεμβασιά απαντάται ήδη από την προϊστορική περίοδο. Πρωτοκατοικήθηκε πριν από 8.000 χρόνια και πρόκειται για τον μοναδικό Πρωτοελλαδικό οικισμό στις ανατολικές ακτές της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς. Ο Πρωτοελλαδικός πολιτισμός συμπίπτει χρονολογικά με τον πρώτο Κυκλαδίτικο και τον Πρωτομινωικό πολιτισμό. Η Μονεμβασιά, τότε Άκρα Μινώα, που παρέμενε ακόμα στεριά και όχι διαμορφωμένο νησί, αποτέλεσμα σεισμού που έλαβε χώρα αιώνες αργότερα, αποτέλεσε τον ενδιάμεσο σταθμό ανάμεσα στις χερσαίες περιοχές της Ελλάδας και στο ήδη ακμάζον δίπτυχο Κυκλάδων – Κρήτης.

Η Μονεμβασιά συνεχίζει να αποτελεί νευραλγικό σημείο – σταθμό και κατά την διάρκεια της Μυκηναϊκής ή Υστεροελλαδικής εποχής, καθώς υπήρξε σπουδαίο Μυκηναϊκό κέντρο, εξελισσόμενη σε πελαγίσιο μονοπάτι μεταξύ του Μυκηναϊκού και Μινωικού πολιτισμού. Μεταπηδώντας χρονικά στον 4ο αιώνα μ.Χ., οπότε και αλλάζει ριζικά ο εδαφολογικός χάρτης της περιοχής, κατά τον ισχυρότατο σεισμό του 375μ.Χ., με την αποκοπή μέρους της στεριάς η Άκρα Μινώα, μετατρέπεται σε νησί, την Μονεμβασιά. Χρονικά της εποχής, παρέχουν σχετικά ασφαλείς πληροφορίες για τις συνθήκες κτίσης της πόλης πάνω στον βράχο.

Οι Λάκωνες που την κατοίκησαν αρχικά, το 582/583 μ.Χ., κατέφυγαν εκεί προκειμένου να αποφύγουν τις επιδρομές των Αβάρων και των Βησιγότθων. Το μέρος ενδείκνυτο καθώς ήταν παραθαλάσσιο, δυσπρόσιτο και προσφερόταν για οχύρωση. Η περιοχή που κατοικήθηκε εκείνη την περίοδο, ήταν ο Γουλάς, ή Πάνω Πόλη του βράχου.

Γουλάς ονομάστηκε από το αλβανικό «Γουλάς» που σημαίνει οχύρωμα ή, κατ’ άλλους, από τη λέξη Γουλί, λόγω της φαλακρότητας του εδάφους. Οι ανάγκες της εποχής καλούσαν για σύνθετα οχυρωματικά έργα. Τότε κατασκευάστηκε και η πρώτη γέφυρα που συνέδεε το νησί με την απέναντι στεριά. Οι επαφές της πόλης με τον υπόλοιπο κόσμο έγιναν πυκνότερες, με συνέπεια τον τραγικό αποδεκατισμό των κατοίκων της Μονεμβασιάς το 746 μ.Χ., εξαιτίας λοιμού που μεταδόθηκε από επιβάτες δύο πλοίων της Σικελίας που στάθμευσαν στο λιμάνι. Με την τελειοποίηση της άμυνας της και την φυσική της στρατηγική θέση, η πόλη διαθέτει κάθε λόγο να αποτελέσει κέντρο επιχειρήσεων και στρατιωτική βάση των Βυζαντινών. Το Βυζαντινό κράτος, από την αρχή απόδωσε στην Μονεμβασιά την προσήκουσα σημασία, καθιστώντας την διοικητική έδρα των αυτοκρατορικών κτίσεων στην Πελοπόννησο. Από νωρίς μετέχει και στα εκκλησιαστικά πράγματα, με τον πρώτο επίσκοπο της Μονεμβασιάς Πέτρο, να παρίσταται στην Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 787 μ.Χ.

Γύρω στο 878 μ.Χ., αναφέρεται η κτίση της Μονεμβασιάς ως ορμητήριο του βυζαντινού στόλου εναντίον των Αβάρων, υπό τον ναύαρχο Αδριανό και παρατηρείται δυναμική ανάπτυξη με έντονες ναυτικές και εμπορικές δραστηριότητες των κατοίκων. Δημιουργείται έτσι η Κάτω Πόλη, στη ΝΑ ακροθαλασσιά του νησιού, λίγο μετά το 900 μ.Χ., περίπου 300 χρόνια από την χρονολογία κτίσης της Μονεμβασιάς. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, η Μονεμβασιά, αποτελούσε το αντικείμενο του πόθου επίδοξων κατακτητών, οι οποίοι, συνειδητοποιώντας την γεωπολιτική της σημασία, διαρκώς προχωρούσαν σε απόπειρες να τη θέσουν υπό την κυριαρχία τους.

Η πρώτη ιστορικά καταγεγραμμένη πολιορκία που δέχτηκε η πόλη, έλαβε χώρα το 1147μ.Χ., από τον ναύαρχο του βασιλιά της Σικελίας, Ρογήρο Β΄. Η προσπάθεια του ναυάρχου Αντιοχέα, αποδείχτηκε μάταιη και ξεκινά η μακρά ακολουθία των ξένων δυνάμεων που επιβουλεύτηκαν την Μονεμβασιά. Μπορεί να ειπωθεί με ασφάλεια, εξετάζοντας την ιστορία της περιοχής ανά τους αιώνες που ακολούθησαν, ότι η μοίρα της Μονεμβασιάς, συνδεόταν παράλληλα με τις σφαίρες επιρροής των εκάστοτε Μεγάλων Δυνάμεων. Συναντάμε έτσι την Μονεμβασιά κατά περιόδους υπό τους Φράγκους, τους Βυζαντινούς, τους Ενετούς, τον Πάπα, τους Τούρκους. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι περίοδοι κατοχής, εναλλάσσονταν μεταξύ τους, έτσι ώστε να έχουμε, Α’, Β’ και Γ’ περίοδο Ενετοκρατίας, Α΄ και Β΄ περίοδο Τουρκοκρατίας. Διαφαίνεται η σημασία που αποδιδόταν στο ρόλο της Μονεμβασιάς, η οποία δεν αφηνόταν ποτέ στην ησυχία της. Η παραμικρή διατάραξη ισορροπιών μεταξύ των Δυνάμεων της εποχής, την επηρέαζε άμεσα. Το δεύτερο χαρακτηριστικό αφορά στους κατοίκους της Μονεμβασιάς, οι οποίοι, μέσα στο πλαίσιο όλων αυτών των εξελίξεων, προσπάθησαν και διατήρησαν την ταυτότητά τους. Υποστήριζαν τις θέσεις τους και καθώς αντιστέκονταν δυναμικά, επετύγχαναν την ικανοποίηση των αιτημάτων τους για σχετική αυτονομία και διατήρηση των προτέρων προνομίων τους.

Όταν το 1204 μ.Χ. οι Φράγκοι καταλύουν το βυζαντινό κράτος και γίνεται διανομή των εδαφών, η Πελοπόννησος αντιστέκεται σθεναρά και η Μονεμβάσια ακόμα περισσότερο. Ενδεικτικό είναι ότι παρέμεινε απόρθητη για περισσότερο από 40 χρόνια, κατά την διάρκεια των οποίων βαλλόταν συνεχώς. Είχε γίνει πλέον θέμα τιμής για τους μεσαιωνικούς Φράγκους ιππότες, η κατάληψη του Κάστρου. Το εγχείρημα ήταν δύσκολο, η θέληση των κατοίκων ωστόσο να παραμείνουν ελεύθεροι, ήταν ακατάβλητη. Αφού αποδείχτηκε ότι η κατάληψη του κάστρου «δια των όπλων» ήταν αδύνατη, επιλέχτηκε η «δια της πείνας» οδός. Το αποκορύφωμα ήρθε κατά την διάρκεια του τρίχρονου πλήρους αποκλεισμού της πόλης από στεριά και θάλασσα.(Τα χρονικά της εποχής εξυμνούν την αυτοθυσία των κατοίκων οι οποίοι, όπως περιγράφει και το ‘Χρονικό του Μορέως’: «ουκ είχαν τι να φάγουν, εφάγασιν τους ποντικούς ομοίως και τα κατσία»). Παρόλο που οι αμυνόμενοι είχαν φτάσει στα όριά τους, η δεινή τους θέση, δεν τους έκαμψε και αντέταξαν τους όρους τους απέναντι στους επίσης κουρασμένους και αποθαρρυμένους Φράγκους. Οι Φράγκοι, με επικεφαλής τον Γουλιέλμο Βιλεαρδουίνο, που είχε ορκιστεί στο σπαθί του να μην φύγει ποτέ αν δεν καταλάβει το Κάστρο της Μονεμβασιάς και μην έχοντας επιτύχει κανένα πλεονέκτημα κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, ικανοποίησαν με ανακούφιση όλους τους όρους και στα τέλη του 1248 μ.Χ., μπήκαν επιτέλους στο Κάστρο. Οι όροι συμπεριλάμβαναν τη διατήρηση της ελευθερίας τους, την απαλλαγή από την φορολογία και από την υποχρέωση να υπηρετούν στο στράτευμα του κατακτητή. Γρήγορα όμως, μόλις 10 χρόνια αργότερα, η Βυζαντινή αυτοκρατορία επανακάμπτει.

Η Μονεμβασιά ελευθερώνεται και το Βυζάντιο ξαναποκτά το σημαντικό του προγεφύρωμα στην Πελοπόννησο, με στόχο την τελική εκδίωξη των Φράγκων από την περιοχή. Η Κωνσταντινούπολη υποστηρίζει με κάθε τρόπο το προπύργιό της. Παραχωρούνται διοικητικά, εκκλησιαστικά και οικονομικά προνόμια στη Μονεμβασιά, με ειδικά αυτοκρατορικά Διατάγματα. Σε αυτά εξασφαλιζόταν τελωνιακή ατέλεια στα Μονεμβασίτικα εμπορεύματα, φορολογικές απαλλαγές και ελεύθερη κίνηση των πλοίων της πόλης χωρίς καμιά οικονομική υποχρέωση σε όλη την έκταση της αυτοκρατορίας.

Η περιοχή ακμάζει εξαιρετικά, σε τέτοιο σημείο που το χρονικό διάστημα μεταξύ 13ου και 14ου αιώνα να αποκαλείται ο χρυσός αιώνας της πόλης. Στα κείμενα απαντάται ως το «περιώνυμο άστυ». Κατά την περίοδο αυτή στην περιορισμένη έκταση του βράχου, υπήρχαν 8.000 κατοικίες και 40 εκκλησίες, οπότε και υιοθετήθηκαν οι θολωτές καμάρες και οι δρομικές, έτσι ώστε ακόμα και οι δρόμοι να αξιοποιηθούν οικοδομικά. Στην πόλη διαμένουν κατά καιρούς, οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες και ο γιος του Διοικητή της Μονεμβασιάς, Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός, στέφεται αυτοκράτορας του Βυζαντίου το 1341 μ.Χ.

Η οικονομία της Μονεμβασιάς είναι ιδιαίτερα ανθηρή αυτή την περίοδο. Εξαιτίας και των ειδικών προνομίων, «έρρεεν ο χρυσός και ο άργυρος εις το πολύβοο παζάρι της Μονεμβασιάς…», σύμφωνα με την περιγραφή του Μητσάκη και η Βενετία της Ανατολής (χαρακτηρισμός της Μονεμβασιάς εκείνη την εποχή), έχει κάθε λόγο να ευημερεί, με την φήμη της να ξεπερνά τα σύνορα του Βυζαντίου, κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Η κινητικότητα του εμποροναυτικού στόλου που διαθέτει, συντείνει και στις εξαγωγές του περίφημου κρασιού μαλβάζια (vinum malvasium) που ήταν προϊόν τοπικής προέλευσης, αποτελούσε αγαθό πολυτελείας και χρησιμοποιείτο στα τραπέζια ηγεμόνων και βασιλέων. Το κρασί αυτό προερχόταν από την ποικιλία θράψα, ήταν χρώματος ασπροκόκκινου και γλυκό στην γεύση. Παρασκευαζόταν από οινοποιούς της περιοχής, αποκαλείτο δε «ο ανθοσμίας των αρχαίων(Είναι γνωστή η αναφορά του Shakespeare στο συγκεκριμένο κρασί, στο έργο του «Ριχάρδος ο Γ΄»). Δυστυχώς για εμάς τους νεότερους, ο τρόπος παρασκευής του συγκεκριμένου κρασιού παραμένει άγνωστος, καθώς οι Τούρκοι απαγόρευσαν την παραγωγή του το 1545.

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Αποδράσεις_Στυμφαλία

στα βήματα του Ηρακλή

Η Στυμφαλία οφείλει το όνομά της στον Αρκάδα ήρωα Στύμφαλο.

Εν αρχή υπήρχε ποταμός. Το όνομα αυτού Αίπυτος. Ο Αίπυτος πριν γίνει ποταμός υπήρξε βασιλιάς. Ο ποταμός – βασιλιάς χανότανε σε βάραθρο. Η Αρτεμίς όμως, που η λατρεία της κυριαρχούσε στην περιοχή, εξοργίστηκε από την αδιαφορία του τοπικού πληθυσμού απέναντί της. Αποφάσισε να τους τιμωρήσει φράζοντας το βάραθρο. Μην έχοντας πλέον διέξοδο τα νερά του ποταμού άρχισαν να λιμνάζουν δημιουργώντας έτσι έλος.

Με το φραγμένο βάραθρο συνδέεται ο θρύλος που κάνει λόγο για τον κρυμμένο θησαυρό του βασιλιά.

Με το έλος συνδέεται ο μύθος της αναμέτρησης του Ηρακλή με τις Στυμφαλίδες όρνιθες.

Κατά μία εκδοχή, οι Στυμφαλίδες όρνιθες, τα αρπακτικά αυτά πτηνά με τα μεταλλικά ράμφη και νύχια αντιπροσώπευαν τις επιδημίες του ελώδους πυρετού που μάστιζαν τους κατοίκους. Στον έκτο του άθλο ο Ηρακλής εξοντώνει τις όρνιθες απαλλάσσοντας την περιοχή από τη μάστιγα.

Όσες από αυτές σώζονται από τις σαϊτιές του ήρωα καταφεύγουν στον Εύξεινο Πόντο. Αργότερα θα βρεθούν στον δρόμο των Αργοναυτών, οι οποίοι αναμετρώνται σκληρά μαζί τους. Ο Παυσανίας παραθέτει πως παρόμοια τερατόμορφα πτηνά ζούσαν στην έρημο της Αραβίας. Η τέχνη απεικόνισε τον άθλο στα μελανόμορφα οπτικά αγγεία, στη μετόπη της Ολυμπίας και στην Στυμφαλία, όπου τα τέρατα εμφανίζονται σαν παρθένες με πόδια πουλιών.

Όταν ο τόπος απαλλάσσεται από τις όρνιθες η περιοχή ανασαίνει. Τα νερά των πηγών παύουν να λιμνάζουν και τα λιβάδια και τα πυκνόφυτα βουνά γεμίζουν με όλων των ειδών τα αγρίμια.

Την ίδια εποχή ιδρύεται η πόλη της Στυμφάλου. Ανασκαφές έκανε εκεί ο Α. Ορλάνδος. Πρόκειται για την πρώτη πόλη της Αρκαδίας, διατεταγμένη σε κανονικά ορθογώνια οικοδομικά τετράγωνα. Οι οχυρώσεις μοιάζουν με αυτές της Μαντινείας. Υπήρχε ακόμη και αμαξήλατος οδός, που οδηγούσε στην Ακρόπολη. Λόγω όμως της ανόδου της στάθμης της λίμνης, οι ανασκαφές έμειναν ανολοκλήρωτες.

Σήμερα το πιο εντυπωσιακό μνημείο στην ευρύτερη περιοχή είναι τα ερείπια της φραγκικής εκκλησίας.

Στην Τουρκοκρατία η περιοχή ήταν καταφύγιο της κλεφτουριάς, δίνοντας πολλούς αγωνιστές, όπως ο Αναγνώστης Οικονόμου και ο άρχοντας Νοταράς.

Την περίοδο της γερμανικής κατοχής οι κατακτητές συγκρούονται στην ομώνυμη μάχη με τους Έλληνες πατριώτες.

Γύρω από τη λίμνη βρίσκονται τα πανέμορφα χωριά: Κλημέντι, Καίσαρι, Κιόνια, Στυμφαλία και Δροσοπηγή.

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

Αποδράσεις_Μεσολόγγι


στο μέσον του λόγγου κι ανάμεσα στις λίμνες

Υπάρχουν πολλές εκδοχές για την ονομασία του Μεσολογγίου. Ο Κ. Παλαμάς το ονομάζει Μισολόγγι. Ο Σπυρίδων Τρικούπης - ιστορικός, λογοτέχνης, ρήτορας και πολιτικός (πρώτος πρωθυπουργός της Ελλάδας στην κυβέρνηση Καποδίστρια), υποστηρίζει ότι προέρχεται από το "μέσου-λόγγος", ενώ επικρατέστερη είναι η εκδοχή του δικηγόρου Τηλέμαχου Κωστάκη, που υποστηρίζει ότι η ονομασία προέρχεται από το ιταλικό "mezzo-laghi" που σημαίνει αυτό που είναι ανάμεσα σε λίμνες. Πράγματι, το Μεσολόγγι ήταν, αρχικά, χτισμένο πάνω σε τρεις νησίδες που η επικοινωνία μεταξύ τους γινόταν με πλοιάρια και μονόξυλα και γι' αυτό άλλωστε περί το 1650 ονομαζόταν μικρή Βενετία.

Η Πόλη του Μεσολογγίου ανακηρύχτηκε στις 22 Απριλίου του 1937 με απόφαση του Γεωργίου του Β' Ιερή. Η Κυριακή των Βαΐων ορίστηκε ημέρα εθνικού εορτασμού της επετείου της εξόδου.

Οι σχετικές παραδόσεις ιστορούν την δημιουργία της πόλης από πειρατές και ψαράδες Έλληνες και ξένους κατά τον 16ο αιώνα, με αποτέλεσμα να πιστεύεται πως η πόλη ιδρύθηκε σε μια περιοχή έρημη και ακατοίκητη, έως την εποχή εκείνη. Η αλήθεια όμως είναι εντελώς διαφορετική. Η περιοχή που περικλείεται από την λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου και Αιτωλικού στον νότο, το όρος Αράκυνθος στον βορρά, τον Εύηνο στα ανατολικά και τον Αχελώο στα δυτικά είναι μια από τις αρχαιότερες κατοικημένες περιοχές του Ελληνικού χώρου. Οι Κουρήτες και οι Αιτωλοί ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής, που από την πρώϊμη αρχαιότητα παίρνει το όνομα Αιτωλία.

Στην περιοχή όπου σήμερα υπάρχουν οι πόλεις Μεσολόγγι και Αιτωλικό, στην αρχαιότητα άκμαζαν η Καλυδώνα και η Πλευρώνα, πόλεις πανελλήνια γνωστές. Η ζωή στην περιοχή δεν σταμάτησε ποτέ και αυτό μαρτυρείται από τα πολυάριθμα μνημεία της αρχαιότητας, των Ελληνιστικών χρόνων, των Ρωμαϊκών και Βυζαντινών χρόνων και της Τουρκοκρατίας. Η περιοχή νότια του Αράκυνθου ήταν η παλιά Αιτωλία με δύο σημαντικές και πανελλήνια γνωστές πόλεις. Γεννάρχης της χώρας ήταν ο Αιτωλός, του οποίου οι δύο γυιοι, ο Καλυδώνας και ο Πλευρώνας έκτισαν τις δύο ομώνυμες πόλεις. Απόγονοι τους ήταν ο Οινέας (από την Καλυδώνα) και η Αλθαία (από την Πλευρώνα). Παιδιά τους ήταν και ο Μελέαγρος και η Δηϊάνειρα. O Οινέας καλλιέργησε για πρώτη φορά στην Ελλάδα την άμπελο και βασίλευσε σε μια περιοχή με πλούσιες καλλιέργειες. Εκεί οργανώθηκε το κυνήγι του Καλυδώνιου Κάπρου, στο οποίο έλαβαν μέρος ήρωες από όλη την Ελλάδα. Ο Μελέαγρος έλαβε μέρος και στην Αργοναυτική Εκστρατεία μαζί με τον θείο του τον Ίφικλο. Στην ίδια εκστρατεία έλαβε μέρος και ο Αγκαίος από την Πλευρώνα, που μάλιστα ήταν ο δεύτερος κυβερνήτης της Αργούς. Η Δηϊάνειρα παντρεύτηκε τον Ηρακλή, που για χάρη της πολέμησε με τον Αχελώο και τον νίκησε. Τέλος, στον Τρωϊκό Πόλεμο έλαβαν μέρος και ο Θόας εγγονός του Οινέα από την Αλθαία αλλά και ο Διομήδης εγγονός του Οινέα από τον δεύτερο γάμο του (με την Περίβοια). Όλοι αυτοί οι ωραίοι και πανελλήνια γνωστοί μύθοι, που σχετίζονται με την ζωή των ηρώων της περιοχής μαρτυρούν την ισχύ της Καλυδώνας και της Πλευρώνας και τις στενές σχέσεις τους με τις ισχυρές πόλεις της υπόλοιπης Ελλάδας.

Στην Αιτωλία έζησαν, από τα βάθη της αρχαιότητας, Πελασγοί, Πρωτοαχαιοί, Αχαιοί και Δωριείς διαδεχόμενοι ο ένας τον άλλο. Αυτό αποδεικνύεται κυρίως από τα αρχαία ερείπια και υπολείμματα, που υπάρχουν σε όλο τον τόπο, αλλά και από τα υδρωνύμια Αχελώος – Eνοχος που περιέχουν τη ρίζα AKW(αχ) της Γραμμικής Β' – που σημαίνει νερό. Οι αρχαίοι αυτοί λαοί ασχολούνταν κυρίως με την κτηνοτροφία και τη γεωργία, ενώ οι σχέσεις τους με τη λιμνοθάλασσα ήταν περιέργως περιορισμένες κυρίως στην πειρατεία και στις επιδρομές. Οι Αιτωλοί άλλωστε πάντοτε χαρακτηρίζονταν "επιθετικοί, ληστρικοί, πολιτικά φιλόδοξοι και ατίθασοι".

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Αποδράσεις_Σαμοθράκη



Σαμοθράκη ή το ψηλότερο βουνό της Θράκης

Ο όρος «Σάμος», σύμφωνα με μία εκδοχή, προέρχεται από την φοινικική διάλεκτο και σημαίνει «υψηλό όρος». Το νησί της Σάμου, φερ’ ειπείν, φέρεται πως πήρε το όνομά του από Φοίνικες θαλασσοπόρους που εντυπωσιάστηκαν από το ύψος των βουνών του. Υπό αυτήν την έννοια η ονομασία Σαμοθράκη θα πρέπει να αναφέρεται στο όρος Σάος που αν και βρίσκεται σε νησί δεν παύει να αποτελεί σημείο αναφοράς ως το υψηλότερο όρος στην ευρύτερη θρακική χώρα.

Οι πρώτοι κάτοικοι της Σαμοθράκης ήταν Κάρες. Αργότερα εγκαταστάθηκαν Θράκες οι οποίοι έδωσαν και τα πρώτα ονόματα στο νησί Σαόνησος , Σαωκίς και Σάος από το ψηλότερο βουνό Σάος, απ’ όπου, σύμφωνα με την μυθολογία, ο Αγήνορας ο βασιλιάς των Φοινίκων παρακολουθούσε την μάχη της Τροίας.

Γνωστή από τα ομηρικά χρόνια, η Σαμοθράκη είχε αποικείες στην Θρακική ακτή μεταξύ Μαρώνειας και Αίνου στην Περαία. Αυτή την αποτελούσαν πολλές μικρές πόλεις, μία από τις οποίες ήταν και Περροχή, εκεί που βρίσκεται σήμερα η Αλεξανδρούπολη. Από το τέλος του 6ου αιώνα και τις αρχές του 7ου αι. π.Χ., η Σαμοθράκη μπαίνει στην περίοδο της ακμής της. Αποκτά δικό της ασημένιο νόμισμα με την εικόνα της Θεάς Αθηνάς, κτίζονται τα μεγαλύτερα τμήματα του τείχους της, το ιερό διακοσμείται με κτίρια όπως το ανάκτορο και ο Οίκος των Αφιερωμάτων και η πόλη καταλαμβάνει τη μεγαλύτερή της έκταση.

Εδώ πάνω σώθηκαν οι Κάβειροι. Σύμφωνα με την παράδοση, κάποτε ο Εύξεινος Πόντος ξεχείλισε και αφού διέσπασε το φραγμό που του δημιουργούσαν οι Συμπληγάδες Πέτρες στη βόρεια έξοδό του και το στενό του Ελλήσποντου, είχε ως αποτέλεσμα να κατακλυσθεί και η Σαμοθράκη. Από τον κατακλυσμό σώθηκαν μόνο οι Κάβειροι, μυστηριακές θεότητες Φρυγικής καταγωγής, γιοι του Ήφαιστου και της Καβειρούς, οι οποίοι κατέφυγαν στην κορυφή του βουνού Σάος. Από αυτούς προήλθαν τα Καβείρεια Μυστήρια, οι τελετουργίες εκείνες για τη μύηση στη μυστική θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων.

Σ’ αυτά τα μυστήρια η Σαμοθράκη οφείλει και τη μεγάλη φήμη της κατά την αρχαιότητα, μια που ήταν ένα Πανελήνιο θρησκευτικό κέντρο, παρόμοιο με τον ναό της Δήμητρας και της Περσεφόνης στην Ελευσίνα. Η Σαμοθράκη ήταν από την αρχαιότητα σημαντικό θρησκευτικό κέντρο, σεβαστό και προστατευόμενο μέχρι τέλος του 4ου μ.χ. αιώνα. Εδώ υπήρχε το ιερό των Μεγάλων Θεών και των Μυστηριακών τελετών. Λάτρευαν την Θεά Αξτερο που οι Ελληνες ταύτιζαν με την Θεά Δήμητρα, τον Κάδμιλο που ταύτιζαν με τον Ερμή καθώς επίσης και τους δίδυμους δαίμονες Κάβειρους. Ο ιερός χώρος της λατρείας των Μεγάλων Θεών, βρίσκεται στο Β. μέρος του νησιού στην Παλαιόπολη. Τόπος πνιγμένος στα πλατάνια, στις ελιές και στις πικροδάφνες.

Η προνομιακή θέση της Σαμοθράκης την ανέδειξε στους αρχαϊκούς χρόνους, σε μια αξιόλογη πόλη – κράτος, με δικό της νόμισμα και στόλο. Καταλήφθηκε από τους Πέρσες το 508 π.Χ, Το 477 π.χ. γίνεται μέλος της Αθηναϊκής συμμαχίας. Μετά τη λήξη του Πελοποννησιακού πολέμου οι Σπαρτιάτες καταλαμβάνουν την Σαμοθράκη και ο στρατηγός τους Λύσανδρος μυείται στα μυστήρια των Καβείρων των οποίων η φήμη είναι μεγάλη και το ιερό των Μεγάλων Θεών γίνεται σημαντικό διεθνές θρησκευτικό κέντρο.

Οι Ελληνες βασιλείς της Μακεδονίας, της Θράκης και της Αιγύπτου έθεσαν το ιερό υπό την προστασία τους και το πλούτισαν με μαρμάρινες κατασκευές και αναθήματα. Στη συνέχεια και μέχρι το 168 π.Χ βρισκόταν κάτω από μακεδονική κυριαρχία. Μετά τη Μάχη της Πύδνας το νησί απέκτησε την ανεξαρτησία του, αλλά ο αυτοκράτορας Βεσπασιανός το ενέταξε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το 70 μ.Χ.. Οι Βυζαντινοί ήταν οι επόμενοι κυρίαρχοι του νησιού μέχρι το 1204, αργότερα ήρθαν οι Βενετοί και μετά η Γενουάτικη οικογένεια των Γκατιλούζι (εξελλ. Γατελούζοι) το 1355. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία το κατέκτησε το 1457.

Η συμμετοχή της στον εθνικό απελευθερωτικό αγώνα είχε καταστροφικό τίμημα. Την 1η Σεπτεμβρίου 1821 γίνεται τουρκική απόβαση που κατέληξε στην λεηλασία και την καταστροφή του νησιού. Εκατοντάδες άτομα εσφάγισαν και πολλοί πουλήθηκαν σαν σκλάβοι. Σύμφωνα με τα στοιχεία μόνο 33 οικογένειες σώθηκαν από τις οποίες δημιουργήθηκε ο μετέπειτα πληθυσμός της Σαμοθράκης. Η απελευθέρωσής της γίνεται από τον ελληνικό στόλο στις 19 Οκτωβρίου του 1912 και η προσάρτησή της στην Ελλάδα επικυρώνεται το Φεβρουάριο του 1914.

Το 1922 Μικρασιάτες πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στη Σαμοθράκη έτσι ο πληθυσμός φθάνει τους 4.300 κατοίκους. Σήμερα μετά από τη μείωση του πληθυσμού λόγω μεταναστεύσεων ζουν στη Σαμοθράκη γύρω στους 3.000 κατοίκους.

πηγή: http://www.patridamou.gr/?page_id=293