Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Αποδράσεις_Αιδηψός

στην πόλη που γεννήθηκε από το σφυροκόπημα ενός θεού_ Όταν η θεά Αθηνά ζήτησε από τον αδερφό της, τον θεό της φωτιάς Ήφαιστο να φέρει στην επιφάνεια της γης θερμά ιαματικά νερά, ώστε ο προστατευόμενός της Ηρακλής να χαλαρώνει και να ανακτά τις δυνάμεις του μετά από κάθε άθλο, με ένα και μόνο σφυροκόπημα του Ηφαίστου στα έγκατα της γης ξεπήδησε η Αιδηψός. Σύμφωνα με τον μύθο αυτοί που εγκαταστάθηκαν πρώτοι στην περιοχή ήταν οι Κουρήτες που φέρνουν μαζί τους και τη λατρεία του Δία. Τότε χτίζεται και ο πρώτος τοπικός ναός προς τιμήν του Διός. Αργότερα, σ’ ολόκληρη την Εύβοια κυριαρχούν οι Άβαντες. Στον Τρωικό πόλεμο η ευρύτερη περιοχή συμμετέχει υπό την ηγεσία της Ιστιαίας ή του Δίου. Ο γεωγράφος Στράβων (63πΧ – 24μΧ) χαρακτηρίζει τις πηγές των Λουτρών «Ελλοπικές» και ονομάζει την πόλη «Ελλοπία», από τον Έλλοπα, το γιο του Ίωνα, που κατέλαβε την ευρύτερη περιοχή της Ιστιαίας. Ο ίδιος κάνει εκτενή αναφορά στους μεγάλους σεισμούς που συνταράσσουν την Αιδηψό, αναφέροντας χαρακτηριστικά πως το μεγαλύτερο μέρος των Λιχάδων νήσων, του Κηναίου ακρωτηρίου και οι θέρμες της Αιδηψού καταποντίζονται την εποχή εκείνη. Ο Αριστοτέλης (384 – 322πΧ), στα Μετεωρολογικά του, σε αναφορά στις πηγές των Λουτρών της «Αιδεψού», όπως χαρακτηριστικά την ονομάζει, παρατηρεί τον σχηματισμό υποθαλασσίων ρευμάτων, στα οποία αποδίδει την δημιουργία των θερμών λουτρών της. Η Αιδηψός από τους παλαιότερους χρόνους ήταν γνωστή για τα χαλκουργεία της και ίσως αυτό δικαιολογεί, το ότι ήταν από τις λίγες πόλεις που είχαν δικό τους νόμισμα. Το νόμισμα αυτό, που απεικονίζει ο Ρήγας Φεραίος στη Χάρτα του, είχε χαραγμένο στη μια πλευρά , κάβουρα και στην άλλη ένα ψάρι συμβολίζοντας τον θαλάσσιο πλούτο της περιοχής. Ο ιστορικός Πλούταρχος (50 – 125μΧ) δίνει λεπτομέρειες για την κοινωνική ζωή της περιοχής, τις διασκεδάσεις, την ευχάριστη διαμονή και την λαμπρή διατροφή στην πόλη με τα άφθονα ψάρια και πτηνά. Αναφέρει χαρακτηριστικά πως επί τέσσερις και πλέον αιώνες, από την εποχή του Αντίγονου της Μακεδονίας έως και την εποχή των Ρωμαίων Γέτα και Γορδιανού η πόλη γνωρίζει μεγάλη ακμή. Η ντόπια λαϊκή παράδοση, βέβαια, θέλει τη Λειψώ (αρχαίο όνομα της Αιδηψού) τα βασιλικά «Σόδομα και Γόμορα», την πόλη της αμαρτίας και της έξαλλης ζωής και σε αυτήν την αιτία αποδίδει και την καταστροφή της, το «αναποδογύρισμα» της γης και την εμφάνιση των θερμών πηγών. Η ίδια παράδοση θέλει να διασώζεται της βιβλικής καταστροφής μία μόνο γυναίκα, η Ζαχάραινα ή Αγαθοσύνη μαζί με την γουρουνοπούλα της. Η Αγαθοσύνη όμως παρακούει τη θεία εντολή κι επιθυμεί να δει με τα ίδια της τα μάτια την καταστροφή που συντελείται γύρω της. Καθώς στρέφει το πρόσωπό της προς το σημείο της εξελισσόμενης τεκτονικής μεταβολής μαρμαρώνει στην θέση της. Υπάρχει και άλλη αντίστοιχη παράδοση που θέλει την Αιδηψό ταυτόσημη της Βαβέλ.

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

Αποδράσεις_Μεθώνη

στο μπούρτζι της Μεθώνης

Το κάστρο της Μεθώνης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα οχυρωματικά σύνολα του ελληνικού χώρου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα καστροπολιτείας καταλαμβάνει ολόκληρη την έκταση στα ΝΔ παράλια της Πελοποννήσου, με ένα εξαιρετικό φυσικό λιμάνι, το οποίο κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους αποτελούσε σταθμό στο δρόμο των προσκυνητών για τους Αγίους Τόπους και των εμπορικών πλοίων από τη Δύση στην Ανατολή. Η περίοδος ακμής του κάστρου τοποθετείται στην περίοδο της Α΄ Ενετοκρατίας (13ος-15ος αι.)

Στην αρχαιότητα η Μεθώνη ήταν γνωστή με το όνομα Πήδασος. Ο Όμηρος την αναφέρει ως μία από τις επτά πόλεις που ο Αγαμέμνονας προσέφερε στον Αχιλλέα για να κατευνάσει την οργή του και να τον πείσει να επιστέψει στη μάχη (Ιλιάδα, Ι 149-153). Ο Παυσανίας (Μεσσηνιακά ΙV , 35 , 1) και ο Στράβωνας (Γεωγραφικά 8 , 359-360) την ονομάζουν Μοθώνη και την ταυτίζουν με την ομηρική πόλη. Χαρακτηριστική είναι και η αναφορά του Θουκυδίδη για τα ασθενή τείχη της οχυρωμένης πόλης τον 5ο αι., η μορφή και η έκταση της οποίας παραμένει μέχρι σήμερα άγνωστη. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους η πόλη κερδίζει την αυτονομία της από τον αυτοκράτορα Τραϊανό και ενισχύεται με καλύτερες οχυρώσεις.

Ο Παυσανίας μάλιστα αναφέρει την ύπαρξη ναού της Αθηνάς Ανεμώτιδος και ιερού της Άρτεμης, ενώ από την πόλη σώζονται νομίσματα που απεικονίζουν το λιμάνι της. Κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο το λιμάνι της Μεθώνης γνωρίζει μεγάλη ακμή ως εμπορικό κέντρο και σταθμός ανεφοδιασμού των πλοίων. Κατά την μεσοβυζαντινή περίοδο μια σειρά από σφραγίδες που χρονολογούνται από τον 9ο ως τον 13ο αιώνα μας δίνουν πληροφορίες για τους κρατικούς και εκκλησιαστικούς λειτουργούς της πόλης.

Οι Ενετοί πρωτοεμφανίζονται στο ιστορικό σκηνικό κατά τον 11ο αιώνα, όταν αποκτούν προνόμια σχετικά με την ελεύθερη διακίνηση των εμπορευμάτων τους σε διάφορες πόλεις-λιμάνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας μεταξύ των οποίων και η Μεθώνη. Με την κατάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους Φράγκους το 1204 (Δ΄ Σταυροφορία) και η Μεθώνη θα δοκιμάσει την κυριαρχία τους. Η φραγκοκρατία θα διαρκέσει ως το 1206, οπότε η Μεθώνη καταλαμβάνεται από τους Ενετούς και με συνθήκη που υπεγράφη το 1209 εξασφαλίζεται η κυριαρχία τους στην πόλη. Κατά την πρώτη Ενετική περίοδο η ζωή στη Μεθώνη οργανώθηκε σύμωνα με τα συμφέροντα της Βενετίας.

Η πόλη οχυρώθηκε και αναπτύχθηκε σε σημαντικό εμπορικό κέντρο αφού ορίζεται ως υποχρεωτικός σταθμός για όλα τα βενετικά πλοία που ταξίδευαν στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ακμάζουσα αυτή περίοδος για την Μεθώνη λήγει τον Αύγουστο του έτους 1500 όταν, μετά από αιματηρή πολιορκία, καταλαμβάνεται από τους Οθωμανούς. Η πρώτη περίοδος της Τουρκοκρατίας θα διαρκέσει ως το 1686 όταν η πόλη πολιορκήθηκε από τον Μοροζίνι και επανήλθε στην κατοχή των Βενετών.

Το 1715 οι Οθωμανοί γίνονται για δεύτερη φορά κάτοχοι της Μεθώνης, ο πληθυσμός της οποίας αυξήθηκε καθώς και η εμπορική κίνηση στο λιμάνι. Στην διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης το κάστρο της Μεθώνης δεν κατελήφθη από τους Έλληνες επαναστάτες, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες που είχαν καταβάλλει, λόγω της σθεναρής αντίστασης του οχυρωμένου οθωμανικού πληθυσμού.

Το 1825 αποβιβάστηκε στο λιμάνι της πόλης ο Ιμπραήμ και εγκαταστάθηκε εντός του κάστρου, το οποίο έγινε ορμητήριο των Αιγυπτίων κατά την διάρκεια της εκστρατείας τους στην Πελοπόννησο. Οι Αιγύπτιοι θα παραδοθούν αμαχητί το 1828 στο γαλλικό εκστρατευτικό σώμα του οποίου ηγείτο ο στρατηγός Μαιζών.

Ο οικισμός τότε μεταφέρεται εκτός των τειχών, γίνεται το ρυμοτομικό σχέδιο πόλης ενώ το κάστρο που για αιώνες υπήρξε το κέντρο της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της πόλης ερημώνεται. Το λιμάνι και το κάστρο της Μεθώνης αποτέλεσαν για αιώνες έναν σπουδαίο γεωπολιτικό κόμβο για τους εκάστοτε κατόχους της, οικονομικό για τις εμπορικές συναλλαγές και συγκοινωνιακό για τους περιηγητές στη Μεσόγειο και τους προσκυνητές στους Αγίους Τόπους.

Το Κάστρο της Μεθώνης - εκτάσεως 93 στρεμμάτων περίπου - αποτελείται από δύο τμήματα. Στα νότια απλώνεται η πόλη, που περικλείεται από απλό τείχος με πύργους σε τακτά διαστήματα ενώ στο βόρειο τμήμα, που είναι ενισχυμένο αμυντικά, καθότι είναι το πλέον ευπρόσβλητο, αναπτύσσεται το φρούριο της πόλης, έδρα του κατά καιρούς στρατιωτικού διοικητή.

Τα δύο τμήματα χωρίζονται με ένα ενδιάμεσο χαμηλό τείχος που ενισχύεται με πέντε πύργους. Τα τείχη του φρουρίου προστατεύονται από ευρεία τάφρο και ενισχύονται από δύο προμαχώνες που δεσπόζουν στη βόρεια πλευρά του κάστρου. Στο μέσο της ίδιας πλευράς ανοίγεται η κεντρική πύλη εισόδου που είναι κατασκευασμένη από ορθογώνια λαξευμένους πωρόλιθους και φέρει περίτεχνη διακόσμηση στις παραστάδες της.

Το κάστρο έχει ακόμα έξι πύλες εκ των οποίων τρεις βρίσκονται προς την πλευρά του λιμανιού. Οι περισσότερες από τις πύλες ανοίγονται στο ισόγειο πύργου και προστατεύονται από καταφραγές και καταχύστρες. Τα τείχη του κάστρου κατασκευάζονται από αδρά λαξευμένους λίθους με ισχυρό συνδετικό ασβεστοκονίαμα, έχουν επάλξεις που είναι προσιτές από τον περίδρομο στον οποίο η πρόσβαση γίνεται από το εσωτερικό των δύο τμημάτων του κάστρου.

Τα τείχη ενισχύονται κατά διαστήματα με πύργους, οι περισσότεροι εκ των οποίων σώζονται σε πολύ χαμηλό ύψος. Ανάλογα με τις ανάγκες και τις εξελίξεις της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής για την αντιμετώπιση των νέων απαιτήσεων της πολεμικής τέχνης, τα τείχη ενισχύονται ή ανακατασκευάζονται .

Εντός του κάστρου διατηρούνται διάφορα κτίσματα. Σε κεντρικό του τμήμα γνωστό ως "πλατεία των όπλων" υπάρχει ο Ι.Ν Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, μονόχωρος ξυλόστεγος ναός που πιθανόν κατασκευάστηκε κατά την διάρκεια της Β΄ Ενετοκρατίας. Πλησίον αυτού και σε επαφή με το δυτικό τείχος υπάρχει τετράγωνο οικοδόμημα μικρών διαστάσεων με πυραμιδοειδή κάλυψη το οποίο χρησίμευε ως πυριτιδαποθήκη και χρονολογείται κατά την πρώτη Ενετική περίοδο.

Κατά μήκος της κεντρικής διαδρομής του κάστρου σώζονται δύο οθωμανικά λουτρά τα οποία αποτελούνται από πολλές θολοσκεπείς αίθουσες, κάθε μια εκ των οποίων είχε διαφορετικές χρήσεις (αποδυτήριο, χλιαρή αίθουσα, ζεστή αίθουσα). Χρονολογούνται κατά την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Σε κοντινή απόσταση διατηρείται η βάση του μιναρέ από ένα κατεστραμμένο πλέον τζαμί.

Το τέμενος χτίστηκε στη θέση μιας τρίκλιτης βασιλικής, οι εξωτερικοί τοίχοι της οποίας ενισχύονταν με αντηρίδες. Πιθανόν πρόκειται για τον ναό του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Χαρακτηριστικό αρχιτεκτόνημα της Μεθώνης είναι το Μπούρτζι, μικρό επιθαλάσσιο οχυρό, κτισμένο σε μικρή νησίδα στα νότια του κάστρου.

Αποτελείται από έναν οκτάπλευρο πύργο, ο οποίος περιβάλλεται από χαμηλό οκτάπλευρο τείχος. Ο πύργος δομείται σε δύο επίπεδα και καλύπτεται με ημικυλινδρικό τρούλο. Το ισόγειο του καταλαμβάνει τετράπλευρη κινστέρνα. Κεκλιμένο επίπεδο οδηγεί τόσο στον περίδρομο του περιμετρικού τείχους όσο και στον όροφο του πύργου, όπου διαμορφώνεται αίθουσα με κανονιοθυρίδες περιμετρικά.

Στους εσωτερικούς τοίχους διακρίνονται οι δοκοθήκες που θα στήριζαν τέσσερα ξύλινα πατώματα, σήμερα κατεστραμμένα. Η οικοδόμηση του οχυρού άρχισε λίγο πριν το 1500 από τους Ενετούς και ολοκληρώθηκε από τους Οθωμανούς κατά τον 16ο αιώνα.

Το Μπούρτζι αποτέλεσε τμήμα της θαλάσσιας οχύρωσης της Μεθώνης και εξυπηρέτησε διάφορους σκοπούς ανά εποχές: χρησιμοποιήθηκε ως έδρα της φρουράς για τον έλεγχο του λιμανιού, ως φάρος, φυλακή, αλλά και καταφύγιο των κατοίκων σε περιόδους πολιορκίας.

Οι περισσότερες μαρτυρίες για το κάστρο της Μεθώνης προέρχονται κυρίως από τους περιηγητές και προσκυνητές που χρησιμοποιώντας το λιμάνι της ως αναγκαίο θαλασσινό κόμβο στα ταξίδια τους κατέγραψαν τις εντυπώσεις τους και από τους ζωγράφους και χαρτογράφους που σκέφτηκαν να απεικονίσουν το κάστρο, προσφέροντας έτσι πολύτιμη γνώση για τον τρόπο εξέλιξης της μορφής του.



Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

Αποδράσεις_Πύλος

στου Νέστωρα το κάστρο

Η Πύλος, την οποία ίδρυσε ο μεγαρέας Πύλος, γνώρισε τόσο μεγάλη ακμή και δόξα με τον Νηλέα που ο Όμηρος την αποκαλεί πόλη του Νηλέως. Ο Νέστωρ, γιος του Νηλέα βασίλεψε τον 13ο αι. π.Χ. επί τρεις γενιές. Σύμφωνα με τον Παυσανία, η ομηρική Πύλος ήταν στο ύψωμα Κορυφάσιο, βόρεια πάνω από τον κόλπο της Βοϊδοκοιλιάς. Εκεί ήταν, όπως έλεγαν, το σπίτι και ο τάφος του Νέστορος, και κοντά του ο τάφος του Θρασυμήδη, ενός από τους επτά γιους του, καθώς και η σπηλιά όπου έβαζε ο μυκηναίος βασιλιάς τις αγελάδες του. Το ανάκτορο του Νέστορος βρέθηκε 6 χιλιόμετρα βορειοδυτικά από το Κορυφάσιο, στον Επάνω Εγκλιανό. Τα ερείπια του ανακτόρου σε συνδυασμό με τις περιγραφές του Όμηρου βεβαιώνουν ότι το εκτεταμένο βασίλειο του Νέστορος, που έφτανε μέχρι τον Ταΰγετο ήταν το δεύτερο σε ισχύ, ακτινοβολία και πλούτο, μετά τις Μυκήνες. Εκατό καράβια έστειλε στην Τροία ο Αγαμέμνων, ο αρχηγός της πανελλήνιας εκστρατείας, ενενήντα ο Νέστωρ.

Η πυρπόληση του μυκηναϊκού ανακτόρου της Πύλου στα τέλη του 13ου ή στις αρχές του 12ου αι. π.Χ., που ιδιαίτερα ευνοήθηκε από τις πυκνές ξυλοδεσιές των τοίχων του κτιρίου, ήταν καθολική και οδήγησε στην ολοκληρωτική καταστροφή και εγκατάλειψη του και στην ερήμωση του χώρου. Η καταστροφή του ανακτόρου του Νέστορος, όπως και οι καταστροφές ή πυρπολήσεις των άλλων σύγχρονων ανακτόρων του ελλαδικού κόσμου (Γλας, Βοιωτικός Ορχομενός, Καδμείον Θηβών, Μυκήνες, Τίρυνθα), πιθανότατα οφείλονται σε γενικότερες λαϊκές αναστατώσεις και εξεγέρσεις στις έδρες των μυκηναϊκών βασιλείων, που οδήγησαν στη συνέχεια σε ανατροπές και πολιτικές ανακατατάξεις.

Η συνέχεια και η ροή της ζωής και του πολιτισμού στην Πύλο, μετά την καταστροφή του ανακτόρου στον Επάνω Εγκλιανό και την κατάλυση της κεντρικής εξουσίας της μυκηναϊκής αρχής των Νηλειδών, αντανακλώνται, στους αιώνες που ακολούθησαν, τόσο στους θαλαμοειδείς και θολωτούς τάφους της Μεσσηνίας, με την ηρωολατρεία κατά τη διάρκεια των γεωμετρικών χρόνων και της αρχαϊκής περιόδου, όσο και στην ίδρυση και ανάπτυξη μιας νέας πόλης στην περιοχή, με το ίδιο όνομα, Πύλος, σε θέση κοντά στην παραλία αυτή τη φορά, στο Κορυφάσιο, πάνω από τον όρμο της Βοϊδοκοιλιάς.

Ο Ηρόδοτος θεωρεί ότι το όνομα Πεισίστρατος, του τυράννου των Αθηνών, ανάγεται σε έναν από τους γιους του Νέστορος.

Την παράδοση ότι οι Νηλείδες βασίλευσαν στην Αθήνα μεταφέρει και ο Παυσανίας λέγοντας ότι, όταν ο καταγόμενος από τη γενιά του Θησέα βασιλιάς της Αθήνας, Θυμοίτης, χρειάστηκε να μονομαχήσει με το Βοιωτό βασιλιά Ξάνθο, που διεκδικούσε εδάφη στα σύνορα της Αττικής, ο Μέλανθος ο Πύλιος, απόγονος του Νηλέως και του Νέστορος, προσφέρθηκε να μονομαχήσει στη θέση του πρώτου υπό τον όρο ότι, αν νικούσε, θα γινόταν αυτός βασιλιάς στην Αθήνα μετά τον Θυμοίτη. Ο Μέλανθος σκότωσε τον Ξάνθο και έγινε βασιλιάς, φέρνοντας στη βασιλική εξουσία της Αθήνας στους Νηλείδες. Έτσι, ενδεχομένως, βρίσκει την εξήγηση της η ταύτιση της προστάτιδας της Αθήνας, Αθηνάς, με το σύμβολο των Νηλειδών, τη γλαύκα.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Αποδράσεις_Όσιος Λουκάς

στη βυζαντινή μονή του οσίου Λουκά, στη Βοιωτία

Μετά από συνεννόηση με τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’, τους φιλικούς και τον Επίσκοπο Σαλώνων Ησαϊα , στις 27 Μαρτίου 1821 στο ιστορικό μοναστήρι του Οσίου Λουκά, την Αγία Σοφία της Ρούμελης, έγινε η επίσημη έναρξη του Αγώνα. Ο Σαλώνων Ησαϊας ευλόγησε τα όπια του Εθνικού Αγώνος, σε όλη τη διάρκεια του οποίου οι μοναχοί χειρίστηκαν το καριοφύλλι καλύτερα από το θυμιατό και αναδείχθηκαν διαλεχτοί πολεμιστές και καπεταναίοι. Η Επανάσταση στη Βοιωτία ξεκίνησε με τον Επίσκοπο Σαλώνων να καταθέτει τα άμφια του, και με το Πανουργιά να υψώνει τη σημαία της Επανάστασης στα Σάλωνα, με το Διάκο και το Δυοβουνιώτη στο Ζητούνι. Στη σύγκρουση με το στρατό του Ομέρ Βρυώνη στη Χαλκομάτα, ο Σαλώνων Ησαϊας ο πρώτος Δεσπότης και πρωτοπόρος κληρικός του αγώνα έπεσε στη μάχη για την εθνική ανεξαρτησία. Κέντρο δράσεως του Οδυσσέα Ανδρούτσου η Μονή, διέθεσε τεράστια περιουσία στους καπεταναίους της.
http://giannaxerra.gr/?p=132

Η καταγωγή της οικογενείας του Οσίου Λουκά , του ιδρυτή της μονής, ήταν από την Αίγινα. Για το φόβο όμως των Σαρακηνών οι πρόγονοί του εγκαταστάθηκαν στα παράλια της Φωκίδας, κοντά στους πρόποδες του όρους του Ιωάννου ή Ιωαννίτζη ή όπως το λένε σήμερα οι Δεσφινιώτες, Γιαννιμάκι. Για τον ίδιο όμως λόγο έφυγαν και απ' εκεί και πήγαν στο Καστόριον, το σημερινό Καστρί. Όπως είναι γνωστό εκεί ήταν οι Δελφοί, ο ιερός δηλαδή χώρος του θεού Απόλλωνα με το περίφημο Μαντείο της Πυθίας. Εκεί γεννήθηκε ο Λουκάς, τον Ιούλιο του 896 μ.Χ. Ήταν το τρίτο από τα επτά παιδιά του Στέφανου και της Ευφροσύνης. Από μικρός έδειχνε μεγάλη κλίση για τον ασκητικό βίο και περνούσε τις ώρες του με συνεχή προσευχή.

Το 910, σε ηλικία 14 ετών, ακολούθησε δύο μοναχούς στην Αθήνα. Στην Εκκλησία της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, που τότε ήταν πάνω στην Ακρόπολη ή, όπως λένε άλλοι, στο μοναστήρι της Μεγάλης Παναγίας, το σημερινό Μοναστηράκι, ο Λουκάς έγινε μοναχός. Πιθανόν να έμεινε για λίγο σ' ένα ασκητήριο στην πλαγιά του Υμηττού, όπου σήμερα είναι η μονή του Αστερίου, Ασκητήριο Λουκά από του Στειρίου - Αστερίου, κατά κάποια εκδοχή. Με τις πολλές όμως παρακλήσεις της μητέρας του ξαναγύρισε στο Καστόριο. Μετά από λίγους μήνες πήγε να ασκητέψει στο Γιαννιμάκι, όπου έμεινε επτά χρόνια, κοντά σ' ένα μικρό εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων, Κοσμά και Δαμιανού. Από δύο μοναχούς που πέρασαν απ' εκεί πηγαίνοντας στη Ρώμη, πήρε το μέγα αγγελικόν σχήμα, έγινε δηλαδή μεγαλόσχημος.

Για να αποφύγει τις βαρβαρικές επιδρομές πήγε στο Ζεμενό της Κορινθίας, όπου έμεινε κοντά σε έναν ασκητή - στυλίτη 10 χρόνια. Το 927 σε ηλικία 31 ετών γύρισε και πάλι στο Γιαννιμάκι, όπου έμεινε 12 χρόνια. Απ' εκεί πήγε στο Καλάμι, ένα ωραίο και δροσερό μέρος, με νερό, ανατολικά της Αντίκυρας (σήμερα λέγεται Ζάλτσα). Μετά όμως από 3 χρόνια, για να σωθεί από τις επιδρομές των Τούρκων κατέφυγε στον Αμπελώνα, ένα έρημo ξερονήσι, όπου έμεινε 3 χρόνια εκεί επήγαν οι Στειριώτες και τον έπεισαν να έλθει κοντά στο χωριό τους.

Το 946, όταν ο Όσιος Λουκάς ήταν περίπου 49 ετών, εγκαταστάθηκε στην καταπράσινη και μαγευτική θέση, όπου σήμερα είναι το ΜΟΝΑΣΤΉΡΙ του. Έκτισε το κελί του, ένα εκκλησάκι για να προσεύχεται και έφτιαξε έναν ωραίο κήπο, όπου καλλιεργούσε τα χορταρικά του. Η φήμη του τράβηξε εκεί και άλλους ασκητές, όπως το Γρηγόριο, τον Παγκράτιο, το Θεοδόσιο. Μαζί τους και με την οικονομική βοήθεια πολλών θαυμαστών του, στρατηγών και άλλων αξιωματούχων του Κράτους, άρχισε την οικοδόμηση της εκκλησίας της Αγίας Βαρβάρας. Δεν πρόλαβε όμως να την τελειώσει. Το Νοέμβριο του 952 πρόβλεψε το θάνατο του και στις 7 Φεβρουαρίου του 953 εγκατέλειψε την επίγεια ζωή. Έζησε 56 έτη, 7 μήνες και 8 μέρες. Ο μαθητής του Γρηγόριος τον έθαψε μέσα στο κελί του. 'Ύστερα από 2 χρόνια, το 955 μ.Χ., οι συνασκητές και μαθητές του γιόρτασαν για πρώτη φορά τη μνήμη της Κοίμησής του. Ο Όσιος Λουκάς εκτός από την αυστηρή ασκητική ζωή που έκανε, την ταπεινοφροσύνη του, την αγάπη του για όλους τους ανθρώπους, την απέραντη φιλανθρωπία του, την ακλόνητη πίστη του στο Χριστό και γενικά την ευσέβειά του, είχε μεγάλη θαυματουργική και θεραπευτική δύναμη. Απειρα είναι τα θαύματα που έκανε στη ζωή του, αλλά και μετά το θάνατο του εκατοντάδες και χιλιάδες ασθενείς έρχονταν προσκυνητές και ικέτες στον τάφο του από τον οποίο ανάβλυζε μύρο, και έβρισκαν τη θεραπεία τους. Αλλά εκτός από τ' άλλα ο Όσιος είχε και προφητική ικανότητα. Πολλά γεγονότα είχε προβλέψει, όπως την επιδρομή των Βουλγάρων, την απελευθέρωση της Κρήτης από την κατοχή των Αράβων, το θάνατό του κ.λ.π. Δικαιολογημένη λοιπόν ήταν η εκτίμηση και η αγάπη που είχαν γι' αυτόν όλοι οι Χριστιανοί. Η απελευθέρωση μάλιστα της Κρήτης, την οποία είχε προβλέψει το 942 και η οποία πραγματοποιήθηκε αρκετά χρόνια μετά, το 961 μ.Χ. από το Νικηφόρο Φωκά, συντέλεσε στο να αυξηθεί ο σεβασμός προς τη μνήμη του σ' όλη τη Χριστιανοσύνη και ιδιαιτέρως στη βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη. Πλούσιες δωρεές στέλνονταν στη Μονή τακτικά. Έτσι, όχι μόνο τελείωσε η εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας, η οποία σήμερα είναι αφιερωμένη στη Θεοτόκο, αλλά ύστερα από λίγα χρόνια, το 1011 μ.Χ., κτίστηκε και ο δεύτερος, ο μεγάλος ναός, το Καθολικό, από τον ηγούμενο Φιλόθεο και τους συνασκητές του Γαβριήλ, Γρηγόριο, Πέτρο κ.ά. Η εκκλησία αυτή αφιερώθηκε στον Όσιο Λουκά και μέσα σ' αυτήν τοποθετήθηκε το ιερό λείψανό του. Ο Ναός είναι διακοσμημένος με περίφημα ψηφιδωτά και ορθομαρμαρώσεις. Γι’ αυτό χαρακτηρίζεται και ως η «Αγιά Σοφιά» της Ρούμελης.

Το μοναστήρι είχε πολλές ατυχίες και πέρασε μεγάλες δυσκολίες. Στη Φράγκικη κατοχή το 1204 μ.Χ. έπαθε ζημιές και έχασε πολλά από τα πολύτιμα κειμήλιά του και τα πλούτη του. Το ιερό λείψανο του Οσίου Λουκά μέχρι πριν από λίγα χρόνια βρισκόταν στη Βενετία, και ένα τμήμα της αγίας κάρας του στη μονή τον Φιλοθέου του Αγίου Όρους. Με ενέργειες του τότε Μητροπολίτου Θηβών και Λεβαδείας κ. Ιερωνύμου και νυν Αρχιεπισκόπου Αθηνών, το ιερό λείψανο επιστράφηκε πίσω στη Μονή από το ναό του αγίου Ιώβ της Βενετίας όπου ήταν αποθησαυρισμένο. Η μετακομιδή του ιερού λειψάνου εορτάζεται την Κυριακή των Προπατόρων κατά μήνα Δεκέμβριο.

Η Μονή σήμερα αποτελείται από τους δύο μεγάλους ναούς με την κρύπτη, την τράπεζα, τον πύργο του κωδωνοστασίου και τα κελιά με τους βοηθητικούς χώρους. Η κύρια και αρχική πύλη βρίσκεται στη ΒΑ γωνία της ανατολικής αυλής. Σήμερα o επισκέπτης μπαίνει από μια μικρή τοξωτή πύλη που ανοίγεται στον νότιο τοίχο του περιβόλου, κάτω από τον πύργο του ρολογιού.

Κατά την επανάσταση του Ελληνικού γένους το 1821 ήταν το ορμητήριο των οπλαρχηγών και των αγωνιστών της Βοιωτίας, της Λοκρίδας και της Φωκίδας. Ο ηρωικός επίσκοπος των Σαλώνων Ησαΐας ύψωσε εκεί τη σημαία της Επανάστασης στη Ρούμελη, στις 26 Μαρτίου 1821 μαζί με τους μοναχούς και πολλούς αγωνιστές, τον Αθανάσιο Διάκο, τον Πανουργιά, το Δυοβουνιώτη, το Σκαλτσά, τον Τράκκα και άλλους. Η Μονή πανηγυρίζει στις 7 Φεβρουαρίου, ημέρα της Κοιμήσεως του Οσίου Λουκά, και στις 3 Μαΐου, ημέρα της ανακομιδής των ιερών λειψάνων του.

Στην παλαιά τραπεζαρία της Μονής λειτουργεί θαυμάσιο μουσείο με εκθέματα από την ιστορία της Μονής.

http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/catehism/theologia_zoi/themata.asp?contents=art/contents.asp&main=ART_8&file=history.htm

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Αποδράσεις_Άνω Πορόια

εκεί που τα ρυάκια κελλαρίζουν ασταμάτητα



Τα Άνω Πορόια είναι μεγάλος οικισμός του νομού Σερρών και ανήκει στο Δήμο Κερκίνης. Είναι κτισμένα στους πρόποδες του όρους Μπέλες βορειοδυτικά της λίμνης Κερκίνης και έχουν 1.529 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2001


Στην πρώτη απογραφή των Ελλήνων της Μακεδονίας το έτος 1913 το χωριό είχε 2।684 κατοίκους. Η ονομασία του χωριού είναι ελληνικής προέλευσης. Οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού με ελληνικές καταβολές ήταν απόγονοι Βλάχων. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία οι οποίοι αντιμετωπίσθηκαν με ευνοϊκή μεταχείριση και ευμενή διάθεση από τους τοπικούς παράγοντες και τους απλούς ανθρώπους


Τα Άνω Πορόια είχαν πάντα μια ιδιαίτερη ποιότητα στην πολιτιστική τους ζωή που καθρεφτίζονταν και από την ύπαρξη πολυμελούς χορωδίας καθώς και Φιλαρμονικής.
Λόγω του ξηρού κλίματος και της ομορφιάς του φυσικού περιβάλλοντος αποτελούν πόλο έλξης

Η ομορφιά του τοπίου, με το βουνό, τη λίμνη Κερκίνη, τα άφθονα νερά, τα τεράστια πλατάνια, οι πυκνά δασωμένες πλαγιές, το ευχάριστο και υγιεινό κλίμα κερδίζουν αμέσως τον επισκέπτη που ανακαλύπτει τον ιδανικό τόπο διαμονής στην ευρύτερη περιοχή. Ο οικισμός είναι χτισμένος αμφιθεατρικά, διατηρεί τα χαρακτηριστικά της Μακεδονίτικης Αρχιτεκτονικής μαζί με τα ήθη και έθιμά της περιοχής, τα οποία «παντρεύτηκαν» άψογα αργότερα με την εγκατάσταση μικρασιατών προσφύγων στα 1922


Ο επισκέπτης μπορεί να περιηγηθεί στα καλντερίμια απολαμβάνοντας την εξαιρετική θέα, να νιώσει τη φιλοξενία των κατοίκων του από ένα λαό που ανέκαθεν ζούσε και ζει με τη γενναιοδωρία της φύσης, να αναγνωρίσει τις μυρωδιές της ανθισμένης φύσης, να περιηγηθεί στο καταπληκτικό αισθητικό δάσος με πλατάνια, όπου κυλούν άφθονα νερά και όπου υπάρχει χώρος αναψυχής με κέντρα εστίασης, καθώς και να επισκεφτεί τα ξωκλήσια των Αγίων Γεωργίου και Δημητρίου, με τις μοναδικές αγιογραφίες τους