Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

Αποδράσεις_Μυστράς

στο κάστρο του Μυζιθρά

Η ομορφιά της Ελλάδας έγκειται κυρίως στην αντίθεση· αντίθεση ανάμεσα σε απότομα ακρωτήρια και γαλάζιους κόλπους και ανάμεσα σε άγονες βουνοπλαγιές και εύφορες κοιλάδες. Πουθενά αλλού η αντίθεση δεν είναι τόσο έντονη όσο στην κοιλάδα της Σπάρτης, τη Λακεδαίμονα, την «κοίλη Λακεδαίμονα» της ομηρικής εποχής. Οι ταξιδιώτες που παίρνουν τον κύριο δρόμο, αυτόν που στους αρχαίους χρόνους περνούσε από την Τεγέα και σήμερα περνά από την Τρίπολη, ανηφορίζουν στα παρακλάδια της οροσειράς του Πάρνωνα· και έξαφνα, καθώς αφήνουν πίσω τους μια κλειστή στροφή, με την ορεινή ακρόπολη της Σπάρτης, τη Σελασία, το φύλακα του περάσματος, να στέκει ψηλά από πάνω τους κατά τη μεριά της ανατολής, βλέπουν από κάτω τους να απλώνεται μια πλούσια σε βλάστηση κοιλάδα με ελαιόδενδρα και οπωροφόρα, με τον ποταμό Ευρώτα να σχηματίζει μαιάνδρους ανάμεσα από ροδοδάφνες και κυπαρίσσια, και πίσω από την κοιλάδα να ορθώνεται απότομα μέσα από την πεδιάδα ο Ταύγετος, η πιο τραχεία και άγρια από όλες τις ελληνικές οροσειρές, με τις πέντε κορυφές του, τα Πέντε Δάκτυλα, να καλύπτονται από το χιόνι μέχρις αργά το καλοκαίρι. Εμπρός από το τείχος που σχηματίζει το βουνό, αν ο πρωινός ήλιος λάμπει, θα προσέξουν έναν κωνικό λόφο, διάσπαρτο με κτίρια που φαίνονται σαν κουκκίδες και στεφανωμένο από ένα κάστρο. Αυτός είναι ο Μυστράς

Η πρώτη ενέργεια του Γουλιέλμου Βιλλεαρδουΐνου σαν έγινε πρίγκιπας το 1246, ήταν να εξασφαλίσει την προστασία αυτής της Λακεδαίμονας. Τον εξόργιζε που η Μονεμβασία βρισκόταν ακόμη σε ελληνικά χέρια. Οι Μονεμβασιώτες ήσαν δραστήριοι πειρατές που λυμαίνονταν τα πλοία του· και το λιμάνι τους θα αποτελούσε ένα εξαιρετικά πρόσφορο τόπο απόβασης, αν οι Έλληνες ζητούσαν κάποτε να κατακτήσουν και πάλι την Πελοπόννησο. Προετοιμάστηκε προσεκτικά. Σε όλους τους υποτελείς του είχε μηνυθεί να στείλουν στρατεύματα, ενώ οι Βενετοί, που κι' αυτοί υπέφεραν από την πειρατεία των Μονεμβασιωτών, έστειλαν τέσσερα πλοία να αποκλείσουν το βράχο της Μονεμβασίας. Δεν έγινε προσπάθεια να καταλάβουν με έφοδο το φρούριο, αλλά ο αποκλεισμός γινόταν όλο και πιο στενός. Για τρία χρόνια οι Μονεμβασιώτες άντεξαν, φυλακισμένοι, «ως αηδόνι στο κλουβί», όπως γράφει και το Χρονικό του Μορέως. Στο τέλος, όλα τα εφόδιά τους εξαντλήθηκαν. Οι μεγάλες δεξαμενές ήσαν άδειες, και είχαν φάει ακόμη και όλες τις γάτες και τα ποντίκια. Έτσι, λοιπόν, παραδόθηκαν. Τους επέβαλαν τιμητικούς όρους. Στους τρεις άρχοντες παραχωρήθηκαν κτήματα στην ηπειρωτική χώρα· και οι πολίτες απαλλάχτηκαν από κάθε στρατιωτική θητεία, εκτός από την περίπτωση που παρείχαν ναυτικές υπηρεσίες, οπότε και πληρώνονταν γι' αυτό.

Ενώ στη Μονεμβασία η πολιορκία συνεχιζόταν ακόμη, ο Γουλιέλμος Βιλλεαρδουΐνος ολοκλήρωσε την υποδούλωση των φυλών που ζούσαν ανυπότακτες στα βουνά, γύρω από την κοιλάδα της Σπάρτης. Χρειάστηκαν οχυρά για να διατηρηθεί η πειθαρχία. Η φρουρά στη Μονεμβασία, από τη στιγμή που θα την κυρίευαν, και η ενίσχυση του κάστρου στο Γεράκι θα μπορούσαν να αποτελέσουν στοιχεία εκφοβισμού των Τσακώνων. Για τον εκφοβισμό των Μανιατών υπήρχε ήδη το κάστρο του Πασσαβά. Αλλά ο Γουλιέλμος κατασκεύασε ένα οχυρό που ονομάσθηκε Μεγάλη Μάινα κοντά στην άκρη του ακρωτηρίου Ματαπά. Πρέπει να ειπωθεί ότι δεν στάθηκε δυνατόν να υποταχθούν οι Μανιάτες απόλυτα. …

Η πιο απειθάρχητη από τις φυλές ήταν αυτή των Σλάβων Μηλιγγών που ζούσαν στα απλησίαστα σχεδόν λαγκάδια του Ταϋγέτου, επικίνδυνα κοντά σε αυτή την ίδια τη Λακεδαίμονα. Για να τους προκαλέσει τρόμο και να εξασφαλίσει την προστασία του αγαπημένου του παλατιού, ο Γουλιέλμος αποφάσισε να κτίσει ένα κάστρο σε έναν από τους γειτονικούς λοφίσκους, στους πρόποδες του Ταϋγέτου. Το έμπειρο βλέμμα του έπεσε σε έναν κωνικό λόφο που υψωνόταν κάπου δυο χιλιάδες πόδια πάνω από την πεδιάδα, γύρω στα τέσσερα μίλια νοτιοδυτικά από την πόλη. Προς τη δύση και το νότο, απότομοι γκρεμοί τον χώριζαν από την κύρια οροσειρά του Ταϋγέτου. Προς το βορρά και την ανατολή, οι πλαγιές ήσαν απότομες και μπορούσαν εύκολα να προστατευθούν. Από την κορυφή, η θέα απλωνόταν από τη μια πλευρά πάνω σε όλη την πεδιάδα του Ευρώτα· από την άλλη πλευρά έβλεπε προς τη καρδιά της οροσειράς, σε δυο μεγάλες χαράδρες. Ο δρόμος από την Καλαμάτα, που περνούσε από το στενό του Λαγκαδά, το μόνο πέρασμα από τη μια πλευρά της οροσειράς στην άλλη που ήταν κατάλληλο για το ιππικό, ξεπρόβαλλε στην πεδιάδα, λίγο προς τα βόρεια, και περνούσε σε μικρή απόσταση από τους πρόποδες του λόφου. Ο λόφος ήταν γνωστός σαν Μυζιθράς, πιθανώς γιατί πίστευαν ότι έμοιαζε με ένα τοπικό τυρί που είχε το σχήμα κώνου. Η σύντμηση του ονόματος οδήγησε αργότερα στο όνομα Μυστράς ή Μυστρά. Ο λόφος αυτός ήταν ακατοίκητος αλλά στην κορυφή του υπήρχε ένα μικρό παρεκκλήσι αφιερωμένο-αναμφίβολα- στον Προφήτη Ηλία, τον προστάτη Άγιο των βουνών.

Το μεγάλο κάστρο, που ο Γουλιέλμος έκτισε στην κορυφή του λόφου, ολοκληρώθηκε το 1249. Ήταν πολύ ικανοποιημένος με αυτό. Ήταν θαυμάσια τοποθετημένο ώστε να παρακολουθούνται προσεκτικά, διαρκώς, οι κινήσεις των Μηλιγγών, και συγχρόνως θα προστάτευε το παλάτι του στη Λακεδαίμονα (La Cremonie)

http://www.scribd.com/doc/24189816/%CE%9C%CE%A5%CE%A3%CE%A4%CE%A1%CE%91%CE%A3

Το έργο «Αναστήλωση Μνημείων Μυστρά» ξεκίνησε το 1984 με πρωτοβουλία του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Κων/νου Καραμανλή, του τότε γραμματέα της Αρχαιολογικής Εταιρείας Γ. Μυλωνά και του τότε Διευθυντού Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων κ. Μύρωνα Μιχαηλίδη, επί Υπουργού Πολιτισμού Μελίνας Μερκούρη και εντάχθηκε εις τα έργα των οποίων η διαχείριση είχε αναλάβει η «Αρχαιολογική Εταιρεία» και υπήχθησαν αργότερα στο «Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων». Η ίδρυση της πρώτης ομάδας εργασίας, αλλά και η υπαγωγή του έργου στη διαχείριση της Αρχαιολογικής Εταιρείας παρείχε τη δυνατότητα να στελεχωθεί, τόσο η Επιτροπή, η οποία κατηύθυνε το έργο, από περισσότερους επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων από το δυναμικό των πανεπιστημίων και του ΥΠ.ΠΟ, όσο και το τεχνικό γραφείο και το εργοτάξιο του έργου. Τα κονδύλια των πρώτων ετών των εργασιών της Επιτροπής ήταν πολύ περιορισμένα και οι πρώτες εργασίες χρηματοδοτήθηκαν εν μέρει από το ΥΠ.ΠΟ. και εν μέρει από την προεδρία της Δημοκρατίας.

Σημαντική υπήρξε το 1989 η ένταξη του έργου στα μεσογειακά προγράμματα της Περιφέρειας Πελοποννήσου. Έτσι, από το 1990 η Επιτροπή απέκτησε μικρά σχετικά με την έκταση του έργου, κονδύλια ικανά όμως για την αντιμετώπιση των άμεσων στερεωτικών προβλημάτων στον ευρύτερο αρχαιολογικό χώρο του Μυστρά. Από το 1995 τέλος, με την ένταξη του έργου στα κοινοτικά προγράμματα της Ε.Ο.Κ. έγινε δυνατή η πλήρης εφαρμογή του προγράμματος της Επιτροπής, που αφορούσε πλέον σε έργα υποδομής (ανακατασκευής δρόμων, ηλεκτροδότησης, υδροδότησης), αναστήλωσης του κάστρου και των οχυρώσεων του οικισμού, αναστήλωσης και ανάδειξης των εκκλησιών και μεγάλες αναστηλωτικές εργασίες στα κτίρια κοσμικής αρχιτεκτονικής (στο παλάτι και στην οικία Λάσκαρη), καθώς και στερεωτικές εργασίες σε περισσότερες οικίες και ερείπια του οικισμού.

Για τη λειτουργία του εργοταξίου, η Επιτροπή προχώρησε άμεσα σε βασικές εργασίες υδροδότησης και ηλεκτροδότησης της περιοχής του παλατιού, οι οποίες σταδιακά επεκτάθηκαν και σε άλλες περιοχές του αρχαιολογικού χώρου. Μετά την εκπόνηση μελέτης για την ηλεκτροδότηση του κάστρου και την υδροδότηση της δεξαμενής του από το δίκτυο της πόλης του Μυστρά, έγινε δυνατός ο ηλεκτροφωτισμός αλλά και η παροχή νερού στο μεγαλύτερο τμήμα του οικισμού με φυσική ροή. Η μελέτη αυτή επεκτάθηκε με το τμήμα που αφορά στην άνω πύλη, το παλάτι και την μονή της Οδηγήτριας, η οποία περιέλαβε δίκτυο ηλεκτροδότησης, υδροδότησης αλλά και αποχέτευσης λυμάτων, έτσι ώστε να γίνει δυνατή και η εγκατάσταση αποχωρητηρίων στο παλάτι και μελλοντικά στην άνω πύλη. Το έργο αυτό εκτελείται και θα περατωθεί στο τέλος του 2008.

Σημαντικές ήταν οι εργασίες που πραγματοποιήθηκαν στους δρόμους και τα καλντερίμια του Μυστρά. Έτσι, ολοκληρώθηκε η στερέωση και η ανακατασκευή του δρόμου από την πάνω πύλη προς το κάστρο, καθώς και εκείνου από την πύλη της Μονεμβασίας προς την Παντάνασσα. Έγιναν επίσης βελτιώσεις σε περισσότερες περιοχές του οδικού δικτύου.

Μεγάλης έκτασης στερεωτικές και αναστηλωτικές εργασίες πραγματοποιήθηκαν στις οχυρώσεις του οικισμού. Έχουν ήδη ολοκληρωθεί οι εργασίες στερέωσης και προβολής του κάστρου, που αναδεικνύεται σε ένα από τα καλύτερα διατηρημένα οχυρά μνημεία της Πελοποννήσου. Σε μεγάλη έκταση, επίσης, έχουν στερεωθεί τα υπόλοιπα τμήματα του περιβόλου της επάνω και κάτω πόλης και προγραμματίζεται για τα προσεχή έτη η στερέωση των βραχωδών πρανών κάτω από αυτά.

Στις εκκλησίες ο προγραμματισμός των έργων είχε ως στόχο την προστασία τους από τις καιρικές συνθήκες αλλά και την ανάδειξη της αρχιτεκτονικής τους. Τοποθετήθηκαν υαλοστάσια και νέες θύρες σε αυτές και προχώρησαν οι εργασίες υγρομόνωσης και ανακεράμωσης. Με νέα κεραμίδια βυζαντινού τύπου έχουν ήδη ανακεραμωθεί οι εκκλησίες της Παντάνασσας και του Αγίου Δημητρίου. Μετά τις εργασίες αυτές δύο βασικά μνημεία του χώρου απέκτησαν την παλαιά τους μορφή και όλα τα εκκλησιαστικά κτίρια του αρχαιολογικού χώρου είναι πλέον προφυλαγμένα με υαλοστάσια στα παράθυρα και νέες θύρες.

Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στην αναστήλωση των κτιρίων κοσμικής αρχιτεκτονικής. Προγραμματίστηκαν και εκτελέστηκαν εκτεταμένες στερεώσεις και εργασίες συντήρησης στο Παλατάκι, στην οικία Φραγκόπουλου, στο συγκρότημα πίσω από το παλάτι, καθώς και σε περισσότερα ερείπια κατοικιών στην άνω και κάτω πόλη. Αναστηλωτικές εργασίες εκτελούνται στην οικία Λάσκαρη. Η σχετική μελέτη τεκμηρίωσε πλήρως τη βυζαντινή μορφή της οικίας, όπως διαμορφώθηκε κατά το 15ο αιώνα. Ήδη έχει ολοκληρωθεί η κατασκευή της στέγης και η διαμόρφωση της ανατολικής, κυρίας όψης και αναδεικνύεται στο κτίριο αυτό η βυζαντινή λειτουργία και η δεσπόζουσα στην κάτω πόλη αρχιτεκτονική μορφή του.

Μεγάλη έκταση έλαβαν οι αναστηλωτικές εργασίες του παλατιού. Στο μοναδικό αυτό συγκρότημα, μετά τη συμπλήρωση των τοιχοδομιών, των θόλων και των ξύλινων στεγών, διαμορφώθηκαν και συμπληρώθηκαν τα πώρινα πλαίσια των θυρών και παραθύρων από τεχνίτες του εργοταξίου. Ήδη ολοκληρώνονται οι βασικές αναστηλωτικές εργασίες με την ανακατασκευή της μεγάλης διώροφης στοάς στα νότια της πτέρυγας του θρόνου και υπό εκτέλεση βρίσκεται η τοποθέτηση των φύλλων και των υαλοστασίων των παραθύρων που κατασκευάστηκαν στα εργαστήρια του εργοταξίου.

Για την πραγματοποίηση των αναστηλωτικών εργασιών υπήρξε άμεση ανάγκη οργάνωσης ενός πλήρως εξοπλισμένου ξυλουργείου και σιδηρουργείου. Η ιδιαιτερότητα των ξύλινων κατασκευών και οι απαιτούμενες λεπτομέρειες σε σιδηρά εξαρτήματα μας οδήγησαν στον εξοπλισμό των εργαστηρίων αυτών με τα ανάλογα μηχανήματα και στη στελέχωσή τους με ικανούς τεχνίτες. Έτσι, έγινε δυνατή η προσαρμογή των κατασκευών στις ιδιαιτερότητες των εκάστοτε κτιρίων και της μεσαιωνικής δομής τους, με τις διάφορες ακανονιστίες και διαφοροποιήσεις.