Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Αποδράσεις_Πύλος

στου Νέστωρα το κάστρο

Η Πύλος, την οποία ίδρυσε ο μεγαρέας Πύλος, γνώρισε τόσο μεγάλη ακμή και δόξα με τον Νηλέα που ο Όμηρος την αποκαλεί πόλη του Νηλέως. Ο Νέστωρ, γιος του Νηλέα βασίλεψε τον 13ο αι. π.Χ. επί τρεις γενιές. Σύμφωνα με τον Παυσανία, η ομηρική Πύλος ήταν στο ύψωμα Κορυφάσιο, βόρεια πάνω από τον κόλπο της Βοϊδοκοιλιάς. Εκεί ήταν, όπως έλεγαν, το σπίτι και ο τάφος του Νέστορος, και κοντά του ο τάφος του Θρασυμήδη, ενός από τους επτά γιους του, καθώς και η σπηλιά όπου έβαζε ο μυκηναίος βασιλιάς τις αγελάδες του. Το ανάκτορο του Νέστορος βρέθηκε 6 χιλιόμετρα βορειοδυτικά από το Κορυφάσιο, στον Επάνω Εγκλιανό. Τα ερείπια του ανακτόρου σε συνδυασμό με τις περιγραφές του Όμηρου βεβαιώνουν ότι το εκτεταμένο βασίλειο του Νέστορος, που έφτανε μέχρι τον Ταΰγετο ήταν το δεύτερο σε ισχύ, ακτινοβολία και πλούτο, μετά τις Μυκήνες. Εκατό καράβια έστειλε στην Τροία ο Αγαμέμνων, ο αρχηγός της πανελλήνιας εκστρατείας, ενενήντα ο Νέστωρ.

Η πυρπόληση του μυκηναϊκού ανακτόρου της Πύλου στα τέλη του 13ου ή στις αρχές του 12ου αι. π.Χ., που ιδιαίτερα ευνοήθηκε από τις πυκνές ξυλοδεσιές των τοίχων του κτιρίου, ήταν καθολική και οδήγησε στην ολοκληρωτική καταστροφή και εγκατάλειψη του και στην ερήμωση του χώρου. Η καταστροφή του ανακτόρου του Νέστορος, όπως και οι καταστροφές ή πυρπολήσεις των άλλων σύγχρονων ανακτόρων του ελλαδικού κόσμου (Γλας, Βοιωτικός Ορχομενός, Καδμείον Θηβών, Μυκήνες, Τίρυνθα), πιθανότατα οφείλονται σε γενικότερες λαϊκές αναστατώσεις και εξεγέρσεις στις έδρες των μυκηναϊκών βασιλείων, που οδήγησαν στη συνέχεια σε ανατροπές και πολιτικές ανακατατάξεις.

Η συνέχεια και η ροή της ζωής και του πολιτισμού στην Πύλο, μετά την καταστροφή του ανακτόρου στον Επάνω Εγκλιανό και την κατάλυση της κεντρικής εξουσίας της μυκηναϊκής αρχής των Νηλειδών, αντανακλώνται, στους αιώνες που ακολούθησαν, τόσο στους θαλαμοειδείς και θολωτούς τάφους της Μεσσηνίας, με την ηρωολατρεία κατά τη διάρκεια των γεωμετρικών χρόνων και της αρχαϊκής περιόδου, όσο και στην ίδρυση και ανάπτυξη μιας νέας πόλης στην περιοχή, με το ίδιο όνομα, Πύλος, σε θέση κοντά στην παραλία αυτή τη φορά, στο Κορυφάσιο, πάνω από τον όρμο της Βοϊδοκοιλιάς.

Ο Ηρόδοτος θεωρεί ότι το όνομα Πεισίστρατος, του τυράννου των Αθηνών, ανάγεται σε έναν από τους γιους του Νέστορος.

Την παράδοση ότι οι Νηλείδες βασίλευσαν στην Αθήνα μεταφέρει και ο Παυσανίας λέγοντας ότι, όταν ο καταγόμενος από τη γενιά του Θησέα βασιλιάς της Αθήνας, Θυμοίτης, χρειάστηκε να μονομαχήσει με το Βοιωτό βασιλιά Ξάνθο, που διεκδικούσε εδάφη στα σύνορα της Αττικής, ο Μέλανθος ο Πύλιος, απόγονος του Νηλέως και του Νέστορος, προσφέρθηκε να μονομαχήσει στη θέση του πρώτου υπό τον όρο ότι, αν νικούσε, θα γινόταν αυτός βασιλιάς στην Αθήνα μετά τον Θυμοίτη. Ο Μέλανθος σκότωσε τον Ξάνθο και έγινε βασιλιάς, φέρνοντας στη βασιλική εξουσία της Αθήνας στους Νηλείδες. Έτσι, ενδεχομένως, βρίσκει την εξήγηση της η ταύτιση της προστάτιδας της Αθήνας, Αθηνάς, με το σύμβολο των Νηλειδών, τη γλαύκα.

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Αποδράσεις_Όσιος Λουκάς

στη βυζαντινή μονή του οσίου Λουκά, στη Βοιωτία

Μετά από συνεννόηση με τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’, τους φιλικούς και τον Επίσκοπο Σαλώνων Ησαϊα , στις 27 Μαρτίου 1821 στο ιστορικό μοναστήρι του Οσίου Λουκά, την Αγία Σοφία της Ρούμελης, έγινε η επίσημη έναρξη του Αγώνα. Ο Σαλώνων Ησαϊας ευλόγησε τα όπια του Εθνικού Αγώνος, σε όλη τη διάρκεια του οποίου οι μοναχοί χειρίστηκαν το καριοφύλλι καλύτερα από το θυμιατό και αναδείχθηκαν διαλεχτοί πολεμιστές και καπεταναίοι. Η Επανάσταση στη Βοιωτία ξεκίνησε με τον Επίσκοπο Σαλώνων να καταθέτει τα άμφια του, και με το Πανουργιά να υψώνει τη σημαία της Επανάστασης στα Σάλωνα, με το Διάκο και το Δυοβουνιώτη στο Ζητούνι. Στη σύγκρουση με το στρατό του Ομέρ Βρυώνη στη Χαλκομάτα, ο Σαλώνων Ησαϊας ο πρώτος Δεσπότης και πρωτοπόρος κληρικός του αγώνα έπεσε στη μάχη για την εθνική ανεξαρτησία. Κέντρο δράσεως του Οδυσσέα Ανδρούτσου η Μονή, διέθεσε τεράστια περιουσία στους καπεταναίους της.
http://giannaxerra.gr/?p=132

Η καταγωγή της οικογενείας του Οσίου Λουκά , του ιδρυτή της μονής, ήταν από την Αίγινα. Για το φόβο όμως των Σαρακηνών οι πρόγονοί του εγκαταστάθηκαν στα παράλια της Φωκίδας, κοντά στους πρόποδες του όρους του Ιωάννου ή Ιωαννίτζη ή όπως το λένε σήμερα οι Δεσφινιώτες, Γιαννιμάκι. Για τον ίδιο όμως λόγο έφυγαν και απ' εκεί και πήγαν στο Καστόριον, το σημερινό Καστρί. Όπως είναι γνωστό εκεί ήταν οι Δελφοί, ο ιερός δηλαδή χώρος του θεού Απόλλωνα με το περίφημο Μαντείο της Πυθίας. Εκεί γεννήθηκε ο Λουκάς, τον Ιούλιο του 896 μ.Χ. Ήταν το τρίτο από τα επτά παιδιά του Στέφανου και της Ευφροσύνης. Από μικρός έδειχνε μεγάλη κλίση για τον ασκητικό βίο και περνούσε τις ώρες του με συνεχή προσευχή.

Το 910, σε ηλικία 14 ετών, ακολούθησε δύο μοναχούς στην Αθήνα. Στην Εκκλησία της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, που τότε ήταν πάνω στην Ακρόπολη ή, όπως λένε άλλοι, στο μοναστήρι της Μεγάλης Παναγίας, το σημερινό Μοναστηράκι, ο Λουκάς έγινε μοναχός. Πιθανόν να έμεινε για λίγο σ' ένα ασκητήριο στην πλαγιά του Υμηττού, όπου σήμερα είναι η μονή του Αστερίου, Ασκητήριο Λουκά από του Στειρίου - Αστερίου, κατά κάποια εκδοχή. Με τις πολλές όμως παρακλήσεις της μητέρας του ξαναγύρισε στο Καστόριο. Μετά από λίγους μήνες πήγε να ασκητέψει στο Γιαννιμάκι, όπου έμεινε επτά χρόνια, κοντά σ' ένα μικρό εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων, Κοσμά και Δαμιανού. Από δύο μοναχούς που πέρασαν απ' εκεί πηγαίνοντας στη Ρώμη, πήρε το μέγα αγγελικόν σχήμα, έγινε δηλαδή μεγαλόσχημος.

Για να αποφύγει τις βαρβαρικές επιδρομές πήγε στο Ζεμενό της Κορινθίας, όπου έμεινε κοντά σε έναν ασκητή - στυλίτη 10 χρόνια. Το 927 σε ηλικία 31 ετών γύρισε και πάλι στο Γιαννιμάκι, όπου έμεινε 12 χρόνια. Απ' εκεί πήγε στο Καλάμι, ένα ωραίο και δροσερό μέρος, με νερό, ανατολικά της Αντίκυρας (σήμερα λέγεται Ζάλτσα). Μετά όμως από 3 χρόνια, για να σωθεί από τις επιδρομές των Τούρκων κατέφυγε στον Αμπελώνα, ένα έρημo ξερονήσι, όπου έμεινε 3 χρόνια εκεί επήγαν οι Στειριώτες και τον έπεισαν να έλθει κοντά στο χωριό τους.

Το 946, όταν ο Όσιος Λουκάς ήταν περίπου 49 ετών, εγκαταστάθηκε στην καταπράσινη και μαγευτική θέση, όπου σήμερα είναι το ΜΟΝΑΣΤΉΡΙ του. Έκτισε το κελί του, ένα εκκλησάκι για να προσεύχεται και έφτιαξε έναν ωραίο κήπο, όπου καλλιεργούσε τα χορταρικά του. Η φήμη του τράβηξε εκεί και άλλους ασκητές, όπως το Γρηγόριο, τον Παγκράτιο, το Θεοδόσιο. Μαζί τους και με την οικονομική βοήθεια πολλών θαυμαστών του, στρατηγών και άλλων αξιωματούχων του Κράτους, άρχισε την οικοδόμηση της εκκλησίας της Αγίας Βαρβάρας. Δεν πρόλαβε όμως να την τελειώσει. Το Νοέμβριο του 952 πρόβλεψε το θάνατο του και στις 7 Φεβρουαρίου του 953 εγκατέλειψε την επίγεια ζωή. Έζησε 56 έτη, 7 μήνες και 8 μέρες. Ο μαθητής του Γρηγόριος τον έθαψε μέσα στο κελί του. 'Ύστερα από 2 χρόνια, το 955 μ.Χ., οι συνασκητές και μαθητές του γιόρτασαν για πρώτη φορά τη μνήμη της Κοίμησής του. Ο Όσιος Λουκάς εκτός από την αυστηρή ασκητική ζωή που έκανε, την ταπεινοφροσύνη του, την αγάπη του για όλους τους ανθρώπους, την απέραντη φιλανθρωπία του, την ακλόνητη πίστη του στο Χριστό και γενικά την ευσέβειά του, είχε μεγάλη θαυματουργική και θεραπευτική δύναμη. Απειρα είναι τα θαύματα που έκανε στη ζωή του, αλλά και μετά το θάνατο του εκατοντάδες και χιλιάδες ασθενείς έρχονταν προσκυνητές και ικέτες στον τάφο του από τον οποίο ανάβλυζε μύρο, και έβρισκαν τη θεραπεία τους. Αλλά εκτός από τ' άλλα ο Όσιος είχε και προφητική ικανότητα. Πολλά γεγονότα είχε προβλέψει, όπως την επιδρομή των Βουλγάρων, την απελευθέρωση της Κρήτης από την κατοχή των Αράβων, το θάνατό του κ.λ.π. Δικαιολογημένη λοιπόν ήταν η εκτίμηση και η αγάπη που είχαν γι' αυτόν όλοι οι Χριστιανοί. Η απελευθέρωση μάλιστα της Κρήτης, την οποία είχε προβλέψει το 942 και η οποία πραγματοποιήθηκε αρκετά χρόνια μετά, το 961 μ.Χ. από το Νικηφόρο Φωκά, συντέλεσε στο να αυξηθεί ο σεβασμός προς τη μνήμη του σ' όλη τη Χριστιανοσύνη και ιδιαιτέρως στη βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη. Πλούσιες δωρεές στέλνονταν στη Μονή τακτικά. Έτσι, όχι μόνο τελείωσε η εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας, η οποία σήμερα είναι αφιερωμένη στη Θεοτόκο, αλλά ύστερα από λίγα χρόνια, το 1011 μ.Χ., κτίστηκε και ο δεύτερος, ο μεγάλος ναός, το Καθολικό, από τον ηγούμενο Φιλόθεο και τους συνασκητές του Γαβριήλ, Γρηγόριο, Πέτρο κ.ά. Η εκκλησία αυτή αφιερώθηκε στον Όσιο Λουκά και μέσα σ' αυτήν τοποθετήθηκε το ιερό λείψανό του. Ο Ναός είναι διακοσμημένος με περίφημα ψηφιδωτά και ορθομαρμαρώσεις. Γι’ αυτό χαρακτηρίζεται και ως η «Αγιά Σοφιά» της Ρούμελης.

Το μοναστήρι είχε πολλές ατυχίες και πέρασε μεγάλες δυσκολίες. Στη Φράγκικη κατοχή το 1204 μ.Χ. έπαθε ζημιές και έχασε πολλά από τα πολύτιμα κειμήλιά του και τα πλούτη του. Το ιερό λείψανο του Οσίου Λουκά μέχρι πριν από λίγα χρόνια βρισκόταν στη Βενετία, και ένα τμήμα της αγίας κάρας του στη μονή τον Φιλοθέου του Αγίου Όρους. Με ενέργειες του τότε Μητροπολίτου Θηβών και Λεβαδείας κ. Ιερωνύμου και νυν Αρχιεπισκόπου Αθηνών, το ιερό λείψανο επιστράφηκε πίσω στη Μονή από το ναό του αγίου Ιώβ της Βενετίας όπου ήταν αποθησαυρισμένο. Η μετακομιδή του ιερού λειψάνου εορτάζεται την Κυριακή των Προπατόρων κατά μήνα Δεκέμβριο.

Η Μονή σήμερα αποτελείται από τους δύο μεγάλους ναούς με την κρύπτη, την τράπεζα, τον πύργο του κωδωνοστασίου και τα κελιά με τους βοηθητικούς χώρους. Η κύρια και αρχική πύλη βρίσκεται στη ΒΑ γωνία της ανατολικής αυλής. Σήμερα o επισκέπτης μπαίνει από μια μικρή τοξωτή πύλη που ανοίγεται στον νότιο τοίχο του περιβόλου, κάτω από τον πύργο του ρολογιού.

Κατά την επανάσταση του Ελληνικού γένους το 1821 ήταν το ορμητήριο των οπλαρχηγών και των αγωνιστών της Βοιωτίας, της Λοκρίδας και της Φωκίδας. Ο ηρωικός επίσκοπος των Σαλώνων Ησαΐας ύψωσε εκεί τη σημαία της Επανάστασης στη Ρούμελη, στις 26 Μαρτίου 1821 μαζί με τους μοναχούς και πολλούς αγωνιστές, τον Αθανάσιο Διάκο, τον Πανουργιά, το Δυοβουνιώτη, το Σκαλτσά, τον Τράκκα και άλλους. Η Μονή πανηγυρίζει στις 7 Φεβρουαρίου, ημέρα της Κοιμήσεως του Οσίου Λουκά, και στις 3 Μαΐου, ημέρα της ανακομιδής των ιερών λειψάνων του.

Στην παλαιά τραπεζαρία της Μονής λειτουργεί θαυμάσιο μουσείο με εκθέματα από την ιστορία της Μονής.

http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/catehism/theologia_zoi/themata.asp?contents=art/contents.asp&main=ART_8&file=history.htm

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Αποδράσεις_Άνω Πορόια

εκεί που τα ρυάκια κελλαρίζουν ασταμάτητα



Τα Άνω Πορόια είναι μεγάλος οικισμός του νομού Σερρών και ανήκει στο Δήμο Κερκίνης. Είναι κτισμένα στους πρόποδες του όρους Μπέλες βορειοδυτικά της λίμνης Κερκίνης και έχουν 1.529 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2001


Στην πρώτη απογραφή των Ελλήνων της Μακεδονίας το έτος 1913 το χωριό είχε 2।684 κατοίκους. Η ονομασία του χωριού είναι ελληνικής προέλευσης. Οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού με ελληνικές καταβολές ήταν απόγονοι Βλάχων. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία οι οποίοι αντιμετωπίσθηκαν με ευνοϊκή μεταχείριση και ευμενή διάθεση από τους τοπικούς παράγοντες και τους απλούς ανθρώπους


Τα Άνω Πορόια είχαν πάντα μια ιδιαίτερη ποιότητα στην πολιτιστική τους ζωή που καθρεφτίζονταν και από την ύπαρξη πολυμελούς χορωδίας καθώς και Φιλαρμονικής.
Λόγω του ξηρού κλίματος και της ομορφιάς του φυσικού περιβάλλοντος αποτελούν πόλο έλξης

Η ομορφιά του τοπίου, με το βουνό, τη λίμνη Κερκίνη, τα άφθονα νερά, τα τεράστια πλατάνια, οι πυκνά δασωμένες πλαγιές, το ευχάριστο και υγιεινό κλίμα κερδίζουν αμέσως τον επισκέπτη που ανακαλύπτει τον ιδανικό τόπο διαμονής στην ευρύτερη περιοχή. Ο οικισμός είναι χτισμένος αμφιθεατρικά, διατηρεί τα χαρακτηριστικά της Μακεδονίτικης Αρχιτεκτονικής μαζί με τα ήθη και έθιμά της περιοχής, τα οποία «παντρεύτηκαν» άψογα αργότερα με την εγκατάσταση μικρασιατών προσφύγων στα 1922


Ο επισκέπτης μπορεί να περιηγηθεί στα καλντερίμια απολαμβάνοντας την εξαιρετική θέα, να νιώσει τη φιλοξενία των κατοίκων του από ένα λαό που ανέκαθεν ζούσε και ζει με τη γενναιοδωρία της φύσης, να αναγνωρίσει τις μυρωδιές της ανθισμένης φύσης, να περιηγηθεί στο καταπληκτικό αισθητικό δάσος με πλατάνια, όπου κυλούν άφθονα νερά και όπου υπάρχει χώρος αναψυχής με κέντρα εστίασης, καθώς και να επισκεφτεί τα ξωκλήσια των Αγίων Γεωργίου και Δημητρίου, με τις μοναδικές αγιογραφίες τους






Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Αποδράσεις_Παναγία Σουμελά

στα ίχνη της Παναγιάς

Η Παναγία Σουμελά, η Κυρά του Πόντου, η εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας, που εικονογράφησε κατά την παράδοση ο Ευαγγελιστής Λουκάς και έδωσε να την ευλογήσει η ίδια η Παναγία, διωγμένη μαζί με τους Ποντίους από το Μοναστήρι του Μελά και το δικό της Μοναστήρι, ήλθε και κατοικεί τώρα στην Ελλάδα, κοντά στη Βέροια, όπου με τα άπειρα θαύματα της έγινε πανελλαδικό και παγκόσμιο προσκύνημα.

Δεκαέξι αιώνες η Παναγία Σουμελά προστάτευε τον ελληνισμό της Aνατολής. Σύμφωνα με την παράδοση το 386 οι Aθηναίοι μοναχοί, Bαρνάβας και Σωφρόνιος, οδηγήθηκαν, στις απάτητες βουνοκορφές του Πόντου, μετά από αποκάλυψη της Παναγίας, με σκοπό να ιδρύσουν το μοναχικό της κατάλυμα. Eκεί, σε σπήλαιο της απόκρημνης κατωφέρειας του όρους, σε υψόμετρο 1063 μέτρα, είχε μεταφερθεί από αγγέλους η ιερή εικόνα της Παναγίας της Aθηνιώτισσας, την οποία, πάντα κατά την παράδοση, εικονογράφησε ο Eυαγγελιστής Λουκάς.

Oι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος έκτισαν με τη συμπαράσταση της γειτονικής μονής Bαζελώνα κελί και στη συνέχεια εκκλησία μέσα στη σπηλιά, στην οποία είχε μεταφερθεί θαυματουργικά η εικόνα. Tο σοβαρό πρόβλημα της ύδρευσης του μοναστηριού, λύθηκε, επίσης σύμφωνα με την παράδοση, κατά θαυματουργό τρόπο. H ανθρώπινη λογική αδυνατεί να απαντήσει στο θέαμα που βλέπουν και οι σημερινοί ακόμη προσκυνητές, να αναβλύζει αγιασματικό νερό, μέσα από ένα γρανιτώδη βράχο. Oι θεραπευτικές του ιδιότητες έκαναν πασίγνωστο το μοναστήρι όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους μουσουλμάνους που ακόμη συνεχίζουν να το επισκέπτονται και να ζητούν τη χάρη της Παναγίας.

Kοντά στο σπήλαιο κτίστηκε το 1860 ένας πανοραμικός τετραώροφος ξενώνας 72 δωματίων και άλλοι λειτουργικοί χώροι για τις ανάγκες των προσκυνητών, καθώς και βιβλιοθήκη. Γύρω από τη μονή ανοικοδομήθηκαν μικροί ναοί αφιερωμένοι σε διάφορους αγίους.
Oι ιδρυτές του μοναστηριού συνέχισαν τη δράση τους και έξω από τον προσκηνυματικό χώρο. Σε απόσταση 12 χιλιομέτρων από τη μονή, απέναντι από το χωριό Σκαλίτα, έχτισαν το ναό του Aγίου Kωνσταντίνου και Eλένης και σε απόσταση δύο χιλιομέτρων το παρεκκλήσι της Aγίας Bαρβάρας, στο οποίο οι μοναχοί το 1922 έκρυψαν την εικόνα της Mεγαλόχαρης, τον σταυρό του αυτοκράτορα Mανουήλ Γ΄ του Kομνηνού και το χειρόγραφο Eυαγγέλιο του Oσίου Xριστοφόρου.

Πολύτιμα έγγραφα και πολλά αρχαία χειρόγραφα φυλάγονταν στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού, μέχρι τον ξεριζωμό. Mέσα στη βιβλιοθήκη της μονής βρήκε το 1868 ο ερευνητής Σάββας Iωαννίδης το πρώτο ελληνικό χειρόγραφο του Διγενή Aκρίτα.
Tα μοναστήρια του Πόντου υπέφεραν από τη βάρβαρη και ασεβή συμπεριφορά των Nεότουρκων και των Kεμαλικών, οι οποίοι φανάτιζαν τις άγριες και ληστρικές μουσουλμανικές ομάδες. Πολλές φορές έπεσαν θύματα ληστειών και καταστροφών.Tο 1922 οι Tούρκοι κατέστρεψαν ολοσχερώς το μοναστήρι, διαπράττοντας το μεγάλο έγκλημα της πολιτισμικής γενοκτονίας. Aφού πρώτα λήστεψαν όλα τα πολύτιμα αντικείμενα που υπήρχαν μέσα στη μονή μετά έβαλαν φωτιά, για να σβήσουν τα ίχνη των εγκλημάτων τους ή για να ικανοποιήσουν το μίσος τους εναντίον των Eλλήνων.
Oι μοναχοί πριν την αναγκαστική έξοδο το 1923 έκρυψαν μέσα στο παρεκκλήσι της Aγίας Bαρβάρας την εικόνα της Παναγίας, το ευαγγέλιο του Oσίου Xριστοφόρου και τον σταυρό του αυτοκράτορα της Tραπεζούντας Mανουήλ Kομνηνού. Mε ενέργειες του πρωθυπουργού της Eλλάδας Eλ. Bενιζέλου, το 1930, όταν στα πλαίσια της υποτιθέμενης ελληνοτουρκικής φιλίας ο Tούρκος πρωθυπουργός Iσμέτ Iνονού επισκέφτηκε την Aθήνα, δέχτηκε μια αντιπροσωπεία να πάει στον Πόντο και να παραλάβει τα σύμβολα της ορθοδοξίας και του ελληνισμού.

Tο 1930 ζούσαν μόνο δύο καλόγεροι του πανάρχαιου ιστορικού μοναστηριού. O υπέργηρος Iερεμίας στον Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης, ο οποίος αρνήθηκε να πάει γιατί δεν τον άκουγαν τα πόδια του, ή γιατί δεν ήθελε να ξαναζήσει τις εφιαλτικές σκηνές της τουρκικής βαρβαρότητας και ο πανέμορφος, ζωηρός και ζωντανός Aμβρόσιος Σουμελιώτης, προϊστάμενος στην εκκλησία του Aγίου Θεράποντα της Tούμπας στη Θεσσαλονίκη. Aπό τον μοναχό Iερεμία έμαθε ο Aμβρόσιος την κρύπτη των ανεκτίμητων κειμηλίων. Στις 14 Oκτωβρίου έφυγε ο Aμβρόσιος, εφοδιασμένος με ένα κολακευτικό συστατικό έγγραφο της τουρκικής πρεσβείας για την Kωνσταντινούπολη και από εκεί για την Tραπεζούντα, με προορισμό την Παναγία Σουμελά. Λίγες μέρες αργότερα επέστρεφε στην Aθήνα όχι μόνο με τα σύμβολά μας, αλλά και με τον Πόντο, όπως είχε γράψει τότε ο υπουργός Προνοίας της κυβέρνησης του Eλ. Bενιζέλου Λεων. Iασωνίδης: "Eν Eλλάδι υπήρχαν οι Πόντιοι, αλλά δεν υπήρχεν ο Πόντος. Mε την εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήλθε και ο Πόντος".

H εικόνα φιλοξενήθηκε 20 χρόνια στο Bυζαντινό Mουσείο της Aθήνας. Πρώτος ο Λεων. Iασωνίδης πρότεινε το 1931 τον επανενθρονισμό της Παναγίας Σουμελά σε κάποια περιοχή της Eλλάδας. Από το 1952, αρχίζει μια νέα περίοδος. Η ελλαδική ιστορία της Παναγίας Σουμελά. Το 1951-1952 η εικόνα παραχωρείται στο σωματείο "Παναγία Σουμελά" Θεσσαλονίκης, το οποίο και άρχισε την ανέγερση της Μονής, σε ένα επίπεδο του Βερμίου, πάνω από το χωριό Καστανιά, που είχε παραχωρήσει δωρεάν 500 στρέμματα για την ανέγερση του Προσκυνήματος. Η " Αθηνιώτισσα" και "Σουμελιώτισσα" γίνεται τότε Βερμιώτισα και πανελλήνιο Προσκύνημα. Από το 1952 που χτίστηκε ο μικρός ναός, η Εικόνα θρονιάστηκε στο νέο της θρόνο. Σκοπός της ανέγερσης της Μονής δεν ήταν η ίδρυση στον ελλαδικό χώρο, ακόμη ενός μοναστηριού, αλλά η ανέγερση ενός προσκυνήματος που θα αποτελούσε σύμβολο και φάρο.
Στις πλαγιές του Βερμίου, κοντά στο χωριό Καστανιά, βρίσκεται το πνευματικό κέντρο του Ποντιακού Ελληνισμού, η vέα Ιερά Μονή της Παναγίας Σουμελά.

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Αποδράσεις_Ζαγοροχώρια

στο Ζαγόρι του θρύλου και της παράδοσης

Προϊστορική Εποχή – Ιστορικοί Χρόνοι

Οι πληροφορίες μας για το Ζαγόρι είναι περιορισμένες τόσο για την αρχαία όσο και για την μεσαιωνική περίοδο. Η ιστορία γι' αυτές τις περιόδους στηρίζεται μόνο στα ανασκαφικά δεδομένα και στις ενδείξεις που παρέχουν τα τοπωνύμια.

Η ύπαρξη ζωής κατά τη Προϊστορική περίοδο επιβεβαιώθηκε από τα ευρήματα στη θέση "Κλειδί", στη δεξιά όχθη του Βοϊδομάτη.

Κατά τους ιστορικούς χρόνους το Ζαγόρι κατοικήθηκε από το φύλο των Μολοσσών, όπως συμπεραίνουμε από τα ανασκαφικά ευρήματα του οικισμού της Βίτσας, από το πολυγωνικό τείχος και τα μελανοβαφή όστρακα στο Σκαμνέλι, από το οχυρό στον Ελαφότοπο και από τα Ελληνιστικά τείχη στο Καστράκι

Βυζαντινή Εποχή

Κατά τη Βυζαντινή εποχή οι ιστορικές μαρτυρίες για την περιοχή του Ζαγορίου είναι ανύπαρκτες. Τα πολυάριθμα σλαβικά τοπωνύμια της περιοχής μας κάνουν να υποθέσουμε πως το Ζαγόρι γνώρισε όχι μόνο τις μεγάλες επιδρομές Σλάβων στην αρχή του 6ου αι. αλλά και εγκαταστάσεις σλαβικών φύλων.

το Πάπιγκο, Ελαφότοπος, Άνω και Κάτω Πεδινά και Βίτσα.

Από τα τέλη του 14ου αι. οι Ζαγορίσιοι καταγράφονται στην Ιστορία της Ηπείρου, εκδιώκοντας τους Αλβανούς, που έκαναν επιδρομές εναντίον των Ιωαννίνων (1389).

Το γεγονός ότι από τις αρχές του 14ου αι. οι πηγές αναφέρουν ονόματα οικισμών και τόπων που βρίσκονται στο Δυτικό Ζαγόρι, αποτελεί μια ένδειξη ότι ίσως στο Δυτικό Ζαγόρι δημιουργήθηκαν οι πρώτοι οικισμοί.

Εποχή της Τουρκοκρατίας

Η ιστορία του Ζαγορίου αρχίζει κυρίως μετά το 1430, έτος κατάκτησης των Ιωαννίνων από τους Τούρκους. Οι Τούρκοι, προκειμένου να εξασφαλίσουν επικυριαρχία στις ορεινές περιοχές, εφάρμοσαν μια πολιτική παραχώρησης προνομίων σε κοινότητες ή ομάδες κοινοτήτων, που συνθηκολόγησαν μαζί τους.

Έτσι μέχρι το 17° αι. ολόκληρη η περιφέρεια αποτελούσε αυτοδιοικούμενη ομοσπονδία με το όνομα «Κοινόν» ή Βιλαέτι του Ζαγορίου.

Τα προνόμια, τα οποία παραχωρήθηκαν στην αυτόνομη ομοσπονδία του Ζαγορίου και τα οποία οφείλονται, στο μεγαλύτερο μέρος τους; στην επιρροή πλούσιων Ζαγορισίων στην Σουλτανική αυλή, διατηρήθηκαν μέχρι το 1868, οπότε και καταργήθηκαν.

Την παλαιότερη αναφορά στο Ζαγόρι, σύμφωνα με τα προνόμια αυτά, την βρίσκουμε σε Χρυσόβουλο του Ανδρόνικου Β' του έτους 1321. Σε άλλα έγγραφα από το 1326-1361 αναφέρονται ιδρύσεις χωριών όπως παραχωρήθηκε στο Ζαγόρι αυτονομία και αυτοδιοίκηση, με ανώτερο άρχοντα τον Βεκύλη του Ζαγορίου.

Με το πέρασμα των χρόνων και χάρη στην εξυπνάδα και την πολιτική δύναμη πολλών πατριωτών του Ζαγορίου, που κατείχαν διοικητικές θέσεις στην Υψηλή Πύλη, τα προνόμια αυτά αυξήθηκαν και βελτιώθηκαν. Η αυτονομία, η αυτοδιοίκηση και η ατέλεια συνετέλεσαν ώστε να «κατακτηθεί» ένα ζηλευτό, μεταξύ των υπόδουλων Ελλήνων, επίπεδο διαβίωσης των κατοίκων της περιοχής.

Μετά το 1868, έτος κατά το οποίο τα προνόμια του Ζαγορίου καταργούνται, την περιοχή άρχισαν να λυμαίνονται ληστρικές συμμορίες, με επιπτώσεις και στο δημογραφικό. Εξαιτίας των επιδρομών αυτών, που πραγματοποιούνται με την προτροπή ή έστω την ανοχή των Οθωμανών, περισσότερες από 500 οικογένειες αρχόντων εγκαταλείπουν το Ζαγόρι. Οι οικογένειες αυτές ήταν άλλωστε και ο κύριος στόχος των επίβουλων επιδρομέων.

Η περίοδος αυτή κράτησε μέχρι το 1913, οπότε τα Ζαγοροχώρια απελευθερώνονται από τον τουρκικό ζυγό και ακολουθούν, από εκεί και πέρα, την ιστορική πορεία του Ελληνικού Έθνους.

Πνευματική Άνθηση του Ζαγορίου στα Χρόνια της Τουρκοκρατίας

Οι μικρές εστίες γραμμάτων και πνεύματος, οι ελαχιστότατες αυτές λυχνίες φωτός, που ξεπήδησαν μέσα στο ζοφερό πνευματικό σκοτάδι της τουρκοκρατίας γίνονται η πρώτη κρίσιμη ύλη για να οδηγηθεί η περιοχή του Ζαγορίου στη μεγάλη πνευματική ανάπτυξη, ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα. Το έτος 1780 λειτουργούν τα πρώτα (ανώτερα) Ελληνικά σχολεία Από αυτά ξεπήδησαν φωτισμένοι Ζαγορίσιοι, που έλαμψαν πνευματικά με τα σοφά συγγράμματα τους και τη διδακτική τους δραστηριότητα.

Εκείνο όμως που μας δείχνει το πάθος των Ζαγορισίων για τα γράμματα κα τις επιστήμες ήταν η απόφαση μεγάλων και δυνατών Ζαγορισίων να ιδρύσουν Πανεπιστήμιο στην μονή Ρογκοβού στο Τσεπέλοβο το 1815. Εμπνευστής αυτής της ιδέας, ο Μεγάλος Δάσκαλος του Γένους, Γεώργιος Γεννάδιος, από τα Δολιανά, τα οποία ανήκαν την εποχή εκείνη διοικητικά στο Ζαγόρι.

Την ίδρυση του Πανεπιστημίου, στην Μονή Ρογκοβού θα ακολουθήσει η ανακήρυξη του Ζαγορίου σε αυτόνομη Πολιτεία, με πολιτικό και θρησκευτικό ηγέτη. Το Πανεπιστήμιο θα διεύθυνε ο Γεώργιος Γεννάδιος ενώ ο Νεόφυτος Δούκας από τα Άνω Πεδινά προτάθηκε ως ο επικεφαλής της αυτόνομης Πολιτείας.

Στα πρώτα 50 χρόνια του 19ου αιώνα, σπουδαίο ρόλο στην πνευματική κίνηση του Ζαγορίου, καθώς και ολόκληρης της Ηπείρου, έπαιξε ο μεγάλος δάσκαλος από το Βραδέτο, Αναστάσιος Σακελλάριος, μαθητής του Ψαλλίδα στα Γιάννενα.

Μετά το 1830 ενισχύεται η ίδρυση αλληλοδιδακτικών και Ελληνικών σχολείων στο Ζαγόρι. Αρχίζουν τώρα να ιδρύονται και Παρθεναγωγεία με πρώτο στο Μονοδένδρι το 1846. Η ίδρυση Παρθεναγωγείων γενικεύτηκε στο Ζαγόρι μέχρι το 1880.

Ταξιδεμένοι Ζαγορίσιοι από τον 18° αιώνα ακόμα, αγοράζουν και στέλνουν στις βιβλιοθήκες των σχολείων των χωριών τους όσα βιβλία τυπώνονταν στα μεγάλα τυπογραφεία της Ευρώπης (Τεργέστη, Λειψία, Βουδαπέστη, Βενετία, Οδησσό), με αποτέλεσμα οι βιβλιοθήκες πολλών σχολείων να είναι γεμάτες με σπάνιους πνευματικούς θησαυρούς.

Αυτές οι ευνοϊκές προϋποθέσεις στα ζητήματα παιδείας, είχαν ως συνέπεια να αναδειχθεί ένας μεγάλος αριθμός επιστημόνων από το Ζαγόρι, ώστε να μη θεωρείται υπερβολική η άποψη, ότι «οι δάσκαλοι του Ζαγορίου ξεδίψασαν ολόκληρον το Ελληνικόν Έθνος επί Τουρκοκρατίας».

Εποχή Β' Παγκοσμίου Πολέμου
Η Συμβολή του Ζαγορίου στον Πόλεμο του 1940

Το φθινόπωρο του 1940, μαζί με τον υπόλοιπο Ελληνικό λαό, ο Ζαγορίσιος πληθυσμός - άνδρες, γυναίκες και παιδιά - αγωνίστηκε για την πατρίδα, την ελευθερία και τη νίκη.

Ιδιαίτερα η συμβολή των γυναικών του Ζαγορίου στο πόλεμο του '40 ήταν ανεκτίμητη. Μέρα και νύχτα μετέφεραν με τα ζώα πυρομαχικά και άλλα εφόδια εκεί όπου οι μάχες μαίνονταν και γύριζαν πίσω μεταφέροντας τραυματίες.

Η Ζαγορίσια γυναίκα, σεμνή και ενάρετη, πολέμησε τον επιδρομέα με αυτοθυσία, υπέστη στερήσεις και κόπους, αψήφησε τις καιρικές συνθήκες και κουβαλώντας το βαρύ φορτίο της εθνικής κληρονομιάς, του πολιτισμού και της δόξας του τόπου της, πέρασε στην αθανασία.


Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Αποδράσεις_Διδυμότειχο

ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ … μπλουζ
http://www.thrakiki.gr/didimotixo.htm

Η ΑΚΡΙΤΙΚΗ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΜΥΘΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΑΣΤΡΩΝ
Μοναδικό σταυροδρόμι λαών και πολιτισμών, με ένα σταθερό παρόν στο ιστορικό γίγνεσθαι, το Διδυμότειχο ατενίζει το μέλλον μέσα από την ιστορία του. Η πόλη απλώνεται επάνω στο σμίξιμο του Ερυθροποτάμου με τον ποταμό Έβρο.

Η ιστορία του Διδυμοτείχου ξεκινά από την Νεολιθική περίοδο, όταν ο λόφος της Αγίας Πέτρας στο νοτιανατολικό άκρο της σημερινή πόλης και πιθανότατα και οχυρός λόφος του Καλέ στο δυτικό της άκρο κατοικούνταν, όπως αποδεικνύουν τα ενδιαφέροντα ευρήματα, τυχαία και ανασκαφικά, όπως η κεραμική και τα λίθινα, τυπικά της περιόδου εργαλεία.

Το ιδιάζον αυτό δίδυμο των γειτονικών λόφων – οικισμών – διατηρείται και κατά την Εποχή του σιδήρου, όταν έχουμε και την τελική εγκατάσταση των Θρακικών φύλων στην περιοχή, συνεχίζοντας με τον τρόπο αυτό αδιάλειπτα την ιστορία της πόλης μέσα στους αιώνες.

Η αφθονία των κινητών ευρημάτων από την κλασική αρχαιότητα δείχνει ότι ο οικισμός της Αγίας Πέτρας διατηρούσε στενές σχέσεις με τις ελληνικές μητροπολιτικές πόλεις και ανάμεσά τους με την Αθήνα. Την αρχαία άγνωστη πόλη διαδέχεται η ελληνιστική. Από την συγκεκριμένη περίοδο τα λίγα ερείπια αρχιτεκτονημάτων και άλλα τυχαία ευρήματα υπαινίσσονται την ύπαρξη ενός ευημερούντος οικισμού.

Στις αρχές του 2ου μ.Χ. αιώνα, ο ρωμαίος αυτοκράτορας Τραϊανός επανιδρύει την πόλη προικίζοντας την με το όνομα της συζύγου. Η Πλωτινούπολις καθίσταται μία από τις σημαντικές αυτόνομες πόλεις της Θράκης με τη δική της Βουλή και Δήμο, όπως αυτό αποδεικνύεται από σειρά αναθηματικών στηλών, οι οποίες ταυτόχρονα αποκαλύπτουν την ιδιαίτερη σχέση κάποιων από τους ρωμαίους αυτοκράτορες με την πόλη.

Οι βαρβαρικές επιδρομές του 3ου μΧ αιώνα ανάγκασαν τους ρωμαίους να προχωρήσουν στην οχύρωση των δύο απέναντι κείμενων λόφων, του Καλέ και της Αγίας Πέτρας. Πιθανότατα μπορούμε ακριβώς στην περίοδο αυτή να αποδώσουμε τη δημιουργία και στη συνέχεια την επιβολή του ονόματος «Διδυμότειχον», με τη σημασία ακριβώς των δίδυμων κάστρων, των «δίδυμων οχυρωματικών περιβόλων»

Η Πλωτινούπολις φαίνεται ότι επιβίωσε μέχρι τα μέσα του 7ου αιώνα, όταν και εγκαταλείφθηκε οριστικά, ενώ ταυτόχρονα αμέσως μετά, το Βυζαντινό Διδυμότειχο αναπτυσσόταν στο λόφο του Καλέ.

Κατά τη διάρκεια των Βυζαντινών χρόνων η σημασία της πόλης του κάστρου του Διδυμότειχου διαρκώς αύξαινε λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης και του ισχυρότατου οχυρωματικού περιβόλου που την περιέβαλε. Μετά την ανακατάληψη της Κων/πολης στα 1261 το Διδυμότειχο ανάγεται στην πλέον σημαντική πόλη της Θράκης. Γίνεται μάρτυς της γέννησης αυτοκρατόρων, όπως του Ιωάννη Γ΄ του Βατάτζη, του Ιωάννη Ε΄ του Παλαιολόγου αλλά και των πλέον κρίσιμων γεγονότων των υστεροβυζαντινών χρόνων. Αποτελεί την έδρα των αυτοκρατόρων Ανδρόνικου του Γ΄ Παλαιολόγου και Ιωάννη του Στ΄ Καντακουζηνού κατά την διάρκεια των δύο καταστροφικών εμφυλίων πολέμων του πρώτου μισού του 14ου αιώνα. Χρησιμεύει ως ορμητήριο για τον αυτοκρατορικό στρατό και βάση για τις επιχειρήσεις του, χώρος υποδοχής των επισήμων ξένων αλλά ταυτόχρονα και τόπος εξορίας των πλέον επικίνδυνων εχθρών του θρόνου της Κων/πολης και αγαπημένος κυνηγότοπος των αυτοκρατόρων και στη συνέχεια των σουλτάνων.

Σήμερα το κάστρο διατηρείται στο μεγαλύτερο μήκος του με τους 24 πύργους του, κάποιοι από τους οποίους φέρουν μονογράμματα βυζαντινών προσωπικοτήτων ή διακοσμητικά και συμβολικά μοτίβα. Ακόμη μπορεί να επισκεφθεί κανείς τους μικρούς ναούς και τα αυτοκρατορικά παρεκκλήσια, σε ένα από τα οποία αποκαλύφθηκαν πρόσφατα τμήματα τοιχογραφιών με μοναδικές παραστάσεις φτερωτών αυτοκρατόρων. Στο μεταβυζαντινό ναό του Χριστού Σωτήρος ο επισκέπτης μπορεί να προσκυνήσει τη θαυματουργή αμφιπρόσωπη εικόνα της Βρεφοκρατούσας Θεοτόκου «Διδυμοτειχίτισσας» με την Σταύρωση στην οπίσθια όψη, ένα αυτοκρατορικό δώρο προς την πόλη, όπως επίσης και την έξοχη υστεροβυζαντινή εικόνα του Χριστού Παντοκράτορα. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι εκατοντάδες των τεχνητών λαξευμάτων σπηλαίων, τα οποία είχαν διαμορφωθεί από τους ίδιους τους βυζαντινούς κατοίκους του κάστρου ως βοηθητικά τμήματα των κατοικιών τους.

Το Διδυμότειχο καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς Τούρκους στα 1361 και αποτέλεσε την πρώτη τους πρωτεύουσα στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Ο σουλτάνος Μουράτ ο Α΄ έκτισε εδώ τα ανάκτορά του, ενώ σε ένα μικρό πύργο, φυλαγόταν ο αυτοκρατορικός θησαυρός. Παρά το γεγονός ότι η πόλη βαθμιαία έχασε την γεωστρατηγική της σημασία, εξακολούθησε να είναι διάσημη για την κεραμική της παραγωγή και την εξέχουσα θέση της ως πνευματικό κέντρο του ισλαμισμού. Ανάμεσα στα μνημεία της περιόδου η προσοχή του επισκέπτη εστιάζεται στο διάσημο επιβλητικό Μεγάλο Τέμενος, γνωστό ως τέμενος του Σουλτάνου Βαγιαζήτ του Κεραυνού, κτισμένο στις αρχές του 15ου αιώνα. Στην ίδια περίπου εποχή χρονολογούνται και τα λεγόμενα «Λουτρά των Ψιθύρων», τα αρχαιότερα Οθωμανικά λουτρά στην Ευρώπη τα οποία σώζονται και σήμερα.

Οι δραματικές μεταβολές που έλαβαν χώρα στις δομές της Οθωμανικής εξουσίας και η παρακμή του κράτους κατά τον 18ο και 19ο αιώνα συνοδεύτηκαν από μεταβολές στην πολεοδομική διάρθρωση της πόλης. Το ελληνικό στοιχείο κατέχει τη θέση του εξέχοντος οικονομικού, κοινωνικού και πολιτιστικού παράγοντα στην ζωή της πόλης. Παράλληλα, η εβραϊκή και αρμενική κοινότητα κάνουν αισθητή την παρουσία τους στη ζωή της πόλης.

Η μεταβυζαντινή πόλη διατηρείται ακόμη σε τμήματα του παλαιού παραδοσιακού Διδυμοτείχου. 49 κτίρια έχουν κηρυχθεί ως Μνημεία Τέχνης και υπόκεινται σε καθεστώς προστασίας.

Το Διδυμότειχο απέχει 99 χιλιόμετρα από την Αλεξανδρούπολη, 437 χλμ από την Θεσ/κη, και 948 χλμ από την Αθήνα, ενώ η έτερη εξέχουσα πόλη του μεσαιωνικού Ελληνισμού, η Αδριανούπολη, απέχει μόλις 50 χιλ.

Οι κάτοικοι του Διδυμοτείχου, όπως και ολόκληρης της επαρχίας, ασχολούνται με την γεωργία και την κτηνοτροφία. Τα εύφορα εδάφη της περιοχής παράγουν δημητριακά, όσπρια, τεύτλα, ηλιόσπορο, σκόρδα. Στις ημιορεινές περιοχές ακμάζει η κτηνοτροφία, κυρίως αγελαδοτροφία και παράγονται μεγάλες ποσότητες κρέατος, τυριού, βουτύρου και γιαουρτιού.

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Αποδράσεις_Γρεβενά

ήταν κάποτε … στα Γρεβενά

Μοναδικά ευρήματα φέρνουν … στο φως μια εντυπωσιακή προϊστορία. Πρώτα ο γίγαντας των Αμπελιών 200.000 ετών, δηλαδή ένας ελέφαντας θερμών κλιμάτων, του είδους Elephas (Paleoloxodon) antiquus, με ύψος στους ώμους στα 4 μέτρα, μεσήλικας (40 περίπου χρονών) με χαρακτηριστικούς ευθείς χαυλιόδοντες, σε αντίθεση με τα τριχωτά μαμούθ Mammuthus primigenius των παγετωδών περιόδων που είχαν καμπύλους χαυλιόδοντες.

Ακολούθως οι γίγαντες της Μηλιάς 3.000.000 ετών, δηλαδή τεράστιοι μαστόδοντες (προβοσκιδωτά, πρόγονοι των σημερινών ελεφάντων), με ύψος 3,5 μέτρα και βάρος 6,5 τόνους, που είχαν χαυλιόδοντες και στα δύο σαγόνια: μεγαλύτερους στο πάνω και πολύ μικρούς στο κάτω, χαρακτηριστικό που εξέλειψε με την εξέλιξη.

Οι μαστόδοντες μαζί με άλλα ζώα δείχνουν την εικόνα του παρελθόντος της περιοχής που ήταν πολύ διαφορετική από τη σημερινή: το παλαιοπεριβάλλον περιελάμβανε αχανείς εκτάσεις σαβάνας με πλούσια και πυκνά δάση όπου διαδραματίζονταν σκηνές που εμπνέουν κίνδυνο.

Μεγάλα σαρκοφάγα αιλουροειδή με τεράστιους πριονωτούς κυνόδοντες (μαχαιρόδοντες), αρκούδες, λύγκες, αγριοθήρια κυνηγούσαν τα φυτοφάγα, μεταξύ των οποίων ρινόκεροι, ιππάρια (μικρόσωμα άλογα με τρία δάκτυλα στα πόδια τους, ενώ τα σημερινά έχουν ένα δάκτυλο), τάπιροι (συγγενείς με τους ρινόκερους με κολοβή προβοσκίδα), βοοειδή, ελαφοειδή και αγριόχοιροι που περιπλανιόταν στην περιοχή πριν 3.000.000 χρόνια.

Οι μαστόδοντες της Μηλιάς ανήκουν στο είδος Mammut borsoni που συγγενεύει με το αντίστοιχο αμερικανικό Mammut americanum πήραν το όνομά τους επειδή στα δόντια τους είχαν διάσπαρτα φύματα που μοιάζουν με μαστάρια για να αλέθουν την τροφή τους, σε αντίθεση με τους ελέφαντες και τα μαμούθ, που είναι πολύ νεότερα και έχουν στα μεγάλα δόντια τους πλατιά ελάσματα.

Εδώ και 17 χρόνια πραγματοποιούνται συστηματικές παλαιοντολογικές έρευνες και ανασκαφές από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμήμα Γεωλογίας, από ομάδα φοιτητών και συνεργατών με επικεφαλής την Επικ. Καθηγ. Ευαγγελία Τσουκαλά, πρώτα στη θέση «Αμπέλια» (στις παρυφές της πόλης των Γρεβενών) και ακολούθως στη Μηλιά και στον Πρίπορο του Αγίου Γεωργίου του Δήμου Ηρακλεωτών (από το 1996, μετά από πληροφορίες των Δημήτρη Ζησόπουλου και Θανάση Δεληβού αντίστοιχα).

Το 1997, από την ομάδα ανασκαφών ανακαλύφθηκε το πρώτο ζευγάρι χαυλιοδόντων εντυπωσιακού μεγέθους (μήκους 4,39μ.), οι οποίοι ήταν οι μεγαλύτεροι του συγκεκριμένου είδους που βρέθηκαν στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και πιθανόν στον κόσμο, σύμφωνα με στοιχεία από το βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες. Η συνέχιση της έρευνας έφερε στο φως την κάτω γνάθο του ζώου, από τις πληρέστερες του είδους στην Ευρώπη, καθώς και οστά από τον υπόλοιπο σκελετό του.

Το 2007, τα λείψανα ενός ακόμα απολιθωμένου ζώου υπερτόνισαν το διεθνές κυρίως ενδιαφέρον της περιοχής για τη σπουδαιότητα της περιοχής της Μηλιάς. Οι χαυλιόδοντες του ζώου, μήκους πέντε μέτρων, αποτελούν, χωρίς αμφιβολία τους μεγαλύτερους που έχουν βρεθεί στον κόσμο, ενώ ο εντοπισμός της κάτω γνάθου και μεγάλου μέρους του σκελετού του ζώου καθιστά το εύρημα εξαιρετικά σημαντικό για την έρευνα, καθώς παρέχει μοναδικά στοιχεία για την εξέλιξη, την παλαιοβιολογία και την εξέλιξη του συγκεκριμένου είδους, σε παγκόσμια κλίμακα.

Μας δίνει τη δυνατότητα υπολογισμού τόσο του ύψους του μαστόδοντα, όσο και του βάρους του. Πρόκειται για ένα αρσενικό ζώο, η βιολογική ηλικία του οποίου, όπως προκύπτει από τα δόντια της γνάθου, υπολογίζεται μεταξύ 25 και 30 χρόνων.

Τα αποτελέσματα των ανασκαφών μας παρέχουν εξαιρετικά σημαντικές πληροφορίες για το γεωλογικό παρελθόν της περιοχής, για τα είδη που την κατοικούσαν, για την καταγωγή και εξέλιξή τους, για το περιβάλλον στο οποίο ζούσαν, για τις κλιματικές συνθήκες που προτιμούσαν και για τη γεωγραφική τους εξάπλωση. Η μελέτη των ευρημάτων εμπλουτίζουν τις γνώσεις για το παλαιο-περιβάλλον του ελλαδικού χώρου, αλλά και την εξέλιξη ειδών όπως τα προβοσκιδωτά, δίνοντας νέα διάσταση στη σύνθετη εικόνα της Φυσικής Ιστορίας τόσο της περιοχής, όσο και της ΝΑ Ευρώπης.

Γράφει η Επίκ. Καθηγήρια Ευαγγελία Τσουκαλά, τμήμα Γεωλογίας,
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
http://www.grevena.gr/perivallon/index.php?option=com_content&task=view&id=157